238825455_ec2403feab_m Σε μικρό ταξίδι αναψυχής σε νησί, πήρα να διαβάζω τη ‘Βάρδια’ του Νίκου Καββαδία. Έξυπνη επιλογή. Όταν ο φλοίσβος αχούσε στο παραθυρόφυλλο του δωματίου, εγώ φανταζόμουν πως ήταν από τις σελίδες που αναδύονταν. Κι όταν γυάλιζαν οι αναλαμπές του στο ταβάνι, καράβι γινόταν το ξενοδοχείο και κουκέτα το άνετο κρεββάτι.

Είναι βλάσφημο όμως στη μνήμη του βιβλίου και του ποιητή να ξεκινάω την αναφορά μου σ’ αυτό μ’ ειδυλλιακή σύγκριση. Γιατί η ‘Βάρδια’ δεν είναι ειδυλλιακή. Κι ο Καββαδίας δεν είναι Καρκαβίτσας. Έστιψε μες το βιβλίο αυτό ‘τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα’ χρόνια που πέρασε στη θάλασσα, κι ας ήταν για ρούχα που είχε σκαρώσει αυτή τη φράση. Τα ρούχα που έφερνε μετά από πολύμηνα ταξίδια, ή αυτό ή όμοιος του, σε κάποια γυναίκα, μάνα ή αδελφή για να τα πλύνει.

Μάταια.

Γιατί από τα ρούχα η βρώμα φεύγει αλλά το στίγμα του ναυτικού είναι ανεξίτηλο. Σαν κακοφορμισμένο τραύμα. Ένα τραύμα που κουβαλούσε ο ποιητής μάλλον πριν καν δει νερό αρμυρό. Πριν αρχίσει να μετράει τα μήκη και τα πλάτη με κρεββάτια αγίων πορνών. Πριν σκαρώσει ανθρώπους που γίναν στίχοι κι επιβιώσει από περιπέτειες που μετενσαρκώθηκαν σε ιστορίες.

Προσχηματική αφήγηση ένα ταξίδι του ‘Πυθέας’ στις θάλασσες τις Ανατολής. Ένας δόκιμος που έχει κολλήσει σύφιλη (;), ένα μαρκόνης alter ego του ποιητή, που τον συνδράμει και τον συντρέχει ως το τέλος. Και που μιλά κι εξομολογείται στον ‘γραμματικό’ συντοπίτη του κι ουσιαστικό καπετάνιου του Πυθέα. Που προσπαθεί με τον διάλογο να γεφυρώσει τα χρόνια που τους χώρισαν και τους έφεραν ξανά κοντά.

Μια ιστορία που μπάζει από παντού, αμπάρι ξέσκεπο, πόρτα ανοιχτή, σκαρί μπαταρισμένο. Μα δεν μπάζει νερά. Μπάζει μνήμες, πίκρες, άλλες ιστορίες, ατέλειωτες ιστορίες, ιστορίες για γυναίκες άξιες κι ανάξιες να αγαπηθούν, που η αγάπη τις αγγίζει και τις αφήνει πάλι και πάλι σαν κύμα, άλλοτε ήρεμο, άλλοτε βρώμικο, άλλοτε θερμό, άλλοτε κρύο. Γυναίκες που υφαρπάζονται κι εκσφενδονίζονται από τη Σκωτία στο Άντεν, από την Αυστραλία στη Βηρυττό κι από τη Μασσαλία στη Μασσαλία. Γεμάτο λέξεις ναυτικές που θαρρείς θα σε κόψουν σα σκουριασμένη λαμαρίνα κι ο ναυτικός τέτανος θα τρελάνει το μυαλό σου, θα εξορίσει τη σκέψη σου από τα γνωστά, τα προσφιλή, τα οικεία…

Ναύτες που πεθαίνουν κι άλλοι που σκοτώνουν κι άλλοι που αρρωσταίνουν κι άλλοι που χάνονται κι άλλοι ολοτινά χαμένοι που εμφανίζονται για μια στιγμή, χαράσσουν πορεία κι ύστερα λειώνουν στην τροπική τη ζέστη.

Κι όλα βυθισμένα σ’ ένα υγρό, ζεστό, μακάβριο πούσι. Που αχρηστεύει τα τσιγάρα και τις ανάσες, τις πυξίδες και τους ασυρμάτους…

Τι είναι η ‘Βάρδια’; Η διατεταγμένη υπηρεσία ανάμεσα στο πριν και το μετά κενό. Η όποια ζωή που πιάνει λιμάνια, αλλά σε προορισμό δε φτάνει. Αυτό το γλυκόπικρο αναίτιο παίδεμα. Που μόνο σαν ανάγκη μπορεί να εν-νοηθεί. Που είναι αδύνατο να κατα-νοηθεί. Που να το περιγράψει πασχίζει η μνήμη που δεν το γνώρισε μα που νομίζει πως γνωρίζει.

Αν σας αρέσουν οι ξεκάθαρες ιστορίες κι  η ολοκληρωμήνη αφήγηση, μην το διαβάσετε. Γιατί θα απορήσετε τι γυρεύουν τόσοι ζωγράφοι στις θάλασσες του Καββαδία. Δεν θα εννοήσετε πως μπορούσε να συλλέγει ρεπροντυξιόν τέχνης κι έρωτα με την ίδια αγάπη και το ίδιο μίσος ή τι κάνει τον λόγιο  μαχαιροβγάλτη, κοντραμπαρτιέρη τον ποιητή.

Αλλά πάλι, αν η ζωή σας δεν είναι τόσο προφανής, διαβάστε το. Δεν θα σας βοηθήσει, μα θα σας συντροφέψει…

Η φωτό είναι του Chris Seufert από το Flickr.

Awakening 

Κάποιες φορές, αραιά, ξυπνάω μ’ ένα ξάφνιασμα. Ξυπνάω στη μέση της νύχτας ή κανονικά το πρωί αλλά με το ίδιο ξάφνιασμα, το ίδιο ερώτημα, την ίδια κατάφορη έκπληξη: πως γίνεται να υπάρχω; Τι είναι αυτός ο κόσμος γύρω μου; Αυτά τα αισθητήρια τι μου καταμαρτυρούν; Αυτή η σκέψη σε ποιούς δαιδάλους χάνεται; Από που έρχεται και που πηγαίνει;

Δεν θα βρω ποτέ απάντηση γι αυτό το ξάφνιασμα κι αυτό με … ξαφνιάζει: πώς όλο αυτό το απέραντο άγνωστο, μας γίνεται τόσο αφόρητα γνωστό, τόσο κοινότυπα φορεμένο; Πώς αγνοούμε το εγγύς; Πώς λησμονούμε το απώτερο; Πως;

Πάω για ύπνο…

(Flickr foto by ohad)

Το πίσω της παλάμης των κυμάτων, που ανατριχιάζει τη μαρμαρυγή, σα νεύμα, σα πρόσκληση σε ταξίδι, ξεμυάλισμα, ανέμελη λήθη: να τι είχα ξεχάσει!

Με τράβηξ’ απ’ τ’ αυτί, μέρα μεσημέρι, σήμερα.

Κάποια στιγμή γύρισα σπίτι, αλλά η ψυχή μου είχε ήδη ξενιτευτεί…

(Η φωτό από το χρήστη του Flickr wtlphotos)

Εν αρχή φιλί

Μετά η φίλη μου

Κι αργότερα

Απλά φίλοι

Έχει πάει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Πονάει ο σβέρκος μου από το πολύωρο σκύψιμο πάνω από τον υπολογιστή. Και το κεφάλι μου είναι γεμάτο με τεχνικές πληροφορίες, θρυμματισμένες εικόνες, αποσπάσματα συζητήσεων. Με λίγα λόγια, ο ‘θόρυβος’ βασιλεύει. Αποφασίζω να πάω για ύπνο αλλά πριν πέσω λέω, έτσι για ν΄ αλλάξω λίγο παραστάσεις, να διαβάσω ένα ποίημα. Ανοίγω τα πρόσφατα αγορασμένα “Ποιήματα” του Νίκου Εγγονόπουλου σε μια τυχαία σελίδα και πέφτω πάνω σ’ αυτό:

Το γλωσσάριο των ανθέων

την ποίησιν ή την δόξα;

την ποίηση

το βαλάντιο ή την ζωή;

τη ζωή

Χριστόν ή Βαρραββάν;

Χριστόν

την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;

την Γαλάτεια

την Τέχνη ή τον θάνατο;

την Τέχνη

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;

την Ηρώ

την σάρκα ή τα οστά;

την σάρκα

τη γυναίκα ή τον άνδρα;

τη γυναίκα

το σχέδιον ή το χρώμα;

το χρώμα

την αγάπη ή την αδιαφορία;

την αγάπη

το μίσος ή την αδιαφορία;

το μίσος

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

τον πόλεμο

νυν ή αεί

αεί

αυτόν ή άλλον;

εσένα

το άλφα ή το ω μέγα;

το άλφα

την εκκίνηση ή την άφιξη;

την εκκίνηση

την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς

ν’ αγαπώ

Πέφτω για ύπνο με μαλακωμένη την καρδιά…

“Ευτυχώς, πιο ωραίος κι από Έλληνας”, έγραψε κάποιος στο βιβλίο επισκεπτών της έκθεσης για το Νίκο Εγγονόπουλο, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Για κάποιο λόγο η φράση μου καρφώθηκε στο μυαλό. Εύκολα θα μπορούσα να την ερμηνεύσω με αναφορά στο τώρα. Αλλά ο Εγγονόπουλος αφορά τον περασμένο αιώνα.

Περιδιαβαίνοντας τις δύο αίθουσες με τα έργα του (μια με σχέδια, αγιογραφίες από τον καιρό της μαθητείας στον Κόντογλου, σκηνικά και κουστούμια αρχαίου θεάτρου και χοροδράματος, και μιαν άλλη, μεγαλύτερη, με άφθονους πίνακες και ποιήματα του ζωγράφου) είχα την σαφή αίσθηση ότι ο Εγγονόπουλος αναζητά κι ανακαλύπτει μια Ελληνικότητα. Κάπου στους τοίχους ομολογούσε ο ίδιος πως ανακάλυψε την Ελλάδα μέσω της Δύσης, και βρήκα αυτήν την ομολογία του ενδεικτική της ποιητικής και της ζωγραφικής του.
Στις άτακτες αισθητικές κατηγορίες του μυαλού μου, ο Εγγονόπουλος φέρνει του Ντε Κίρικο. Είναι γιός του ζωγράφου στοχαστή αλλά δεν είναι στοχαστής ο ίδιος.
Τα αρχιτεκτονικά μοτίβα , οι θάλασσες, οι μορφές ανδρείκελα, τα αγάλματα και τα κομμάτια αγαλμάτων, τα διάσπαρτα αντικείμενα που αποκτούν μια συμβολική διάσταση (ο κύβος, ο κώνος η σφαίρα, τα ψάρια κτλ), τα εσωτερικά των δωματίων με τα χάσκοντα παράθυρα, ακόμα κι οι αρθρώσεις των σωμάτων, όλα μου ‘σημαίνουν’ Ντε Κίρικο.

Αλλά δεν είναι.

Ο Εγγονόπουλος άφησε το στοχαστή στο δωμάτιο και βγήκε στον κόσμο να ρεμβάσει και να ερωτευτεί, να μάθει και να διδάξει. Η πρόθεσή του είναι ποιητική, η εκτέλεση αισθητική. Γι αυτό το χρώμα του πλούσιο. Θα μπορούσα να τον πω κολορίστα, γιατί σπάνια σε έργα του δεν συναντάς και τα 7 χρώματα της ίριδας.

Έχοντας σαν γλώσσα τη στοχαστική γλώσσα του Ιταλού, αλλά και της Βυζαντινής τέχνης και με μια αφαίρεση που φαίνεται να έχει καταγωγή στον Παρθένη (που επίσης ομολογει ο ίδιος ως δάσκαλο), ανασκαλεύει την ελληνική μνήμη. Με τα μάτια του Οδυσσέα που γυρίζει σε μια πατρίδα μετά από μάχες κι εξορίες (πήρε μέρος στον Ελληνοιταλικό πόλεμο ενώ τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε ως επί το πλείστον εκτός Ελλάδος). Η ματιά του δεν είναι ματιά πατριδοκάπηλου ή ιστορικού. Δεν τον αφορά το μεγαλείο της φυλής. Δεν είναι Παλαμάς. Δεν εμπνέει κάτι το εθνικό. Είναι απλά ένας άνθρωπος που ψάχνει το μακρινό του είναι. Κι από το σακούλι της συλλογικής μνήμης ανασύρει αντάμα Διόσκουρους και Ρήγα Βελεστινλή, μνήμες της Κατοχής και τον κανόνα του Πολυκλείτου ναύτη άγαλμα στο Πειραιώτικο τοπίο.

Στη ζωγραφική του δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό. Οι εικόνες στροβιλίζονται σε ένα σουρεαλιστικό άνεμο, από μια μόνιμη θύελλα που αναδεύει την ψυχή του ποιητή του Μπολιβάρ. Τα σώματα τέμνονται, λογχίζονται, τη θέση των μελών παίρνουν παράθυρα, καπέλα. Κεφάλια ζώων φυτρώνουν σε ανθρώπινους λαιμούς και χέρια ανεμίζουν σαν κουρέλια στον άνεμο. Σαν να ‘χουν πέσει από άγνωστη θύμηση, ψάρια, μάτια και χέρια με μανικέτια και μανικετόκουμπα, σαν σημεία στίξης, παρεμβάλλονται ανάμεσα στα σώματα. Και τα ρούχα, είτε απλοί μανδύες αρχαιόπρεποι σε ανδρικά κορμιά, είτε περούκες με καπελίνα πάνω από γυμνά γυναικεία στήθη, είτε φουστανέλες, είτε φούστες με φουρώ, γίνονται αφορμές για χρωματικούς λαρυγγισμούς. Στίλποντες, που θα ‘λεγε ο Εμπειρίκος.

Φεύγεις χορτάτος.

Έλεγα να ξεκινήσω το 2008 με κάτι πιο αιθέριο αλλά δεν συναντάω στο δρόμο μου πολλά αιθέρια πράγματα ή πλάσματα. Αντίθετα συναντάω ερείπια, θύματα μια άγνωστης οργής ή αφροσύνης. Όπως το μπλε αυτοκίνητο της φωτογραφίας. Είναι, εκεί κάτω από τη γέφυρα του Καραϊσκάκη πάνω από 2 μήνες τώρα. Από τον τρόπο που είναι αφημένο εικάζω πως μάλλον για κλεμμένο πρόκειται. Κάποιος το παράτησε εκεί αφού το στραπατσάρισε λίγο πρώτα. Ως εδώ πουθενά η είδηση.

16112007207

Η είδηση αρχίζει από το πόσο παραμένει εκεί, σε σημείο που κάθε βδομάδα περνάνε όργανα της τάξης, λόγω του γηπέδου. Δεν είναι κάτι που μπορεί να μην παρατηρήσεις: ένα αμάξι παρκαρισμένο κάθετα. Ανέμενα λοιπόν ότι θα ήταν ζήτημα χρόνου να το μαζέψουν.

Πλανήθηκα πλάνην οικτράν. Όσο πέρναγαν οι μέρες γινόταν φανερό ότι ήταν στα αζήτητα. Δεν ξέρω που πάνε τα αζήτητα αυτοκίνητα. Πίσω στους ιδιοκτήτες τους θα ήταν μια καλή ιδέα, αλλά μάλλον δεν αφορά τον έννομη τάξη μας αυτό.

Η χαρακτηριστική άφεση του αυτοκινήτου στα χέρια της τύχης έγινε αντιληπτή σ’ αυτούς που η τύχη σημαίνει ευκαιρία. Στην προκειμένη περίπτωση η ευκαιρία δεν ήταν ευκαιρία κέρδους, αλλά ζημιάς. Γιατί τ’ αμάξι άρχισε σταδιακά να δείχνει όλο και πιο τρακαρισμένο απ’ ότι ήταν αρχικά: ένα φανάρι έπεσε, έαν τζάμι έσπασε, ένα φτερό βούλιαξε, ένα προφυλακτήρας ξηλώθηκε.

Στις καθημερινές μου διαδρομές παρακολουθούσα με μια μικρή αγανάκτηση αυτό το ρήμαγμα. Κι ίσως αν δεν μου θύμιζε κάτι στο οποίο είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος, ομολογώ πως μπορεί να το είχα αγνοήσει: το να επιτίθεσαι και να καταστρέφεις κάτι που δεν μπορεί να προβάλει αντίσταση μου φαίνεται το αρχέτυπο του bullying, η θρασυδειλία στο υπέρτατο, η ανέξοδη μαγκιά.

Πριν λίγες μέρες η ανέξοδη μαγκιά έφτασε στο αποκορύφωμά της. Μπροστά μου περπατάγαν τρεις έφηβοι. Ο τρίτος ήταν περίπου μισός σε ανάστημα από τους άλλους. Σε απόσταση λίγων βημάτων πίσω και δεξιά μας, οι πιτσιρικάδες αντιλαμβάνονται δυό κορίτσια. Ρίχνουν λαίμαργα βλέμματα, βγάζουν άναρθρες κραυγές αλλά δεν αλλάζουν πορεία. Οκ, ως εδώ. Τεστοστερόνη talking. Το ρημαγμένο αυτοκίνητο είναι πια μπροστά τους. Και τότε γίνεται κάτι που δεν πιστεύω στα μάτια μου ότι βλέπω. Ο μισή-μερίδας, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού κι επίδειξης, παίρνει φόρα, πατά πάνω στο παράθυρο που κανονικά θα έκλεινε το σπασμένο τζάμι( δεν φαίνεται στις φωτογραφίες), και βρίσκεται στην κορυφή του αυτοκινήτου όπου αρχίζει να πηδάει σαν μανιακός βουλιάζοντας την, άθικτη ως τότε, σκεπή περίπου μισό μέτρο. Καθώς παρακολουθώ αποσβολωμένος, ο ψηλός φίλος του πηδάει κι αυτός πάνω στο καπώ και με το βάρος του με μια το διαλύει.

Περήφανοι για το κατόρθωμά τους συνεχίζουν το δρόμο τους σαν να είχαν απλά σβήσει μια γόπα με το παπούτσι. Κι αφήνουν πίσω τους αυτό (η φωτό είναι φλού αλλά παίρνετε ιδέα):

15012008244

Το νούμερο του άτυχου αυτοκινήτου είναι ΥΖΟ 8782. Όποιος γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του ας τον ειδοποιήσει. Κι όποιος γνωρίζει τον Καβάφη ας του πει ότι δεν περιμένουμε πια τους βαρβάρους. Πότε θα ξεκουμπιστούν περιμένουμε.

Απλά είναι πολύ απασχολημένα τον τελευταίο καιρό για να χρησιμοποιούν και μικρόφωνo…

Πριν λίγο καιρό έγραφα για την ταινία “Ερωτική επιθυμία”,  που μ’ είχε συγκινήσει κι αισθητικά και, κυρίως, μ’ αυτήν την παράξενη ιδέα του να λες ένα μυστικό σ’ ένα δέντρο κι ουσιαστικά να το κρύβεις για πάντα εκεί. Είχα κάνει κι ένα παραλληλισμό με την ιδιότυπη εξομολόγηση που λαμβάνει χώρα, εδώ, στα μπλογκ. Είχα ξεχάσει όμως μια περίπτωση πολύ εντυπωσιακή που έχει σχέση ακριβώς με μπλογκ και μυστικά:το μπλογκ PostSecret.com.

Τι κάνει αυτό το μπλογκ ιδιόμορφο κι ενδιαφέρον; Το γεγονός ότι όλες του οι αναρτήσεις (=ποστ, για να συνηθίζουμε και την ελληνική μετάφραση) είναι καρτ ποστάλ αναγνωστών με σχέδια, συνήθως, δικά τους και μ’ ένα μυστικό. Ένα μυστικό που η ψυχή τους ποθεί να εξομολογηθεί αλλά δεν τολμά να το κάνει μπρος σ’ ένα άνθρωπο και γι αυτό το κάνει μπρος την ανώνυμη ανθρωπότητα.

Μίγμα ενοχής και πόνου είναι το μεγαλύτερο μέρος, αλλά μήπως έτσι δεν είναι η ανθρώπινη ζωή;

Τα θυμήθηκα όλα πάλι μ’ αφορμή την έκδοση του 4ου λευκώματος με τα περιεχόμενα του μπλογκ, και ένα βιντεάκι από το Blogger’s buzz που μιλάει γι αυτό. Δεν το κρατάω μυστικό, Σας το παραδίδω…

Ξυπνάει το πρωί με βαρύ κεφάλι πάντα. Τα φάρμακα της περασμένης φταίνε, αλλά δεν το ξέρει. Κοιτάει το δωμάτιο και δεν τ’ αναγνωρίζει. Βουβός πανικός. Με το μάτι πιάνει την κίνηση στο διάδρομο. Αντιλαμβάνονται ότι ξύπνησε. Πρόσωπα χαμογελαστά τη ρωτούν πως είναι, την προτρέπουν ευγενικά να σηκωθεί να ντυθεί. Θέλει να τους ρωτήσει ποιοί είναι, αλλά δεν τολμάει. Ακούει τις προτροπές τους μένοντας ακίνητη ώσπου την αφήνουν ήσυχη πάλι. Ποιοί είναι; Γιατί της μιλούν σα να την γνωρίζουν; Πως βρέθηκε δω; Δεν μπορεί να θυμηθεί…

Κάποια στιγμή σηκώνεται. Σπεύδουν να την ντύσουν. Εκνευρίζεται. Θέλει να κάνει τα πράγματα όπως εκείνη ξέρει. Τι νομίζουν; Ότι είναι καμιά χωριάτα; Ή ότι είναι παιδί; Παιδί; Αλήθεια που είναι τα παιδιά της; Κι η μάνα της; Που είναι η μάνα της; Πόσο καιρό έχει να τη δει. Της έχει λείψει. Θέλει να γυρίσει πίσω στο πατρικό της. Να βρει τη μάνα της. Το μόνο άνθρωπο στον κόσμο που αγαπάει και την αγαπάει τόσο.

Πάει προς την πόρτα αλλά στέκεται, γυρίζει πίσω, παίρνει τη τσάντα της. Βαρειά, μα γεμάτη απαραίτητα. Το μαντήλι της; Που είναι το μαντήλι της; Αδειάζει την τσάντα στο κρεβάττι για να το βρει. Ένας μικρός λόφος σχηματίζεται από πετσετάκια, χαρτομάντηλα, ψαλίδια, μιμπλώ, μια παντόφλα, κάλτσες, κι άλλη παντόφλα, ένα σουβέρ, καρφίτσες, φω μπιζού, μια μπλούζα… Απαραίτητα, όλα απαραίτητα. Πρέπει να τα γυρίσει σπίτι. Να τα πάει στη μάνα της. Να και το μαντήλι. Χαρτομάντηλο. Χρησιμοποιημένο. Μόνο μιά φορά. Καινούργιο.

Τα ξαναβάζει μέσα. Τρέχει προς την πόρτα. Κλειδωμένη. Αυτό είναι λοιπόν; Την έχουν φυλακίσει; Κι αυτά τα χαμόγελα όλο υποκρισία τι τα θέλουν τότε; Θυμώνει. Κλωτσάει την πόρτα λυσσασμένα. Προσπαθούν να τη συγκρατήσουν. Μια γυναίκα ντύνεται βιαστικά. Θα τη συνοδέψει, λέει. Δεν θέλει συνοδεία, αλλά προκειμένου να βγει…

Στο δρόμο κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά. Δεν αναγνωρίζει τίποτα. Έχει ήλιο κι αυτή δεν έχει καπέλο. Προς τα που να πάει; Πως την έσυραν ως εδώ; Που είναι το σπίτι της; Κι αυτή η εκνευριστική γυναίκα δίπλα της που δεν ξέρει να μιλάει, δεν της λέει. Θα ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει την κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Η γυναίκα την ακολουθεί. Πάει να της πάρει την τσάντα για την ελαφρώσει. Αρνείται. Να την κλέψει θέλει. Ποιά είναι αυτή που θέλει να πάρει την τσάντα της; Γιατί έρχεται μαζί της; Να γυρίσει σπίτι, να γυρίσει σπίτι, να βρει τη μάνα της, τον μόνο άνθρωπο που την αγαπά και την καταλαβαίνει. Που είναι το σπίτι; Φτάσανε στην παραλιακή. Που να πάει τώρα; Να ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει. Τραβάει κατά κει. Ο ήλιος καίει. Η τσάντα είναι βαρειά στο χέρι της και το πρησμένο πόδι της αρχίζει να πονάει. Αλλά δεν σταματάει. Ιδρώνει και συνεχίζει. Η γυναίκα ζητάει πάλι να της πάρει την τσάντα. Την αφήνει αλλά έχει το νου της μην απομακρυνθεί. Μην την κλέψει. Περπατάει, ρωτάει, σταματάει και κόβει ένα ματσάκι λουλούδια. Περπατάει. Ρωτάει. Δεν στέκεται. Δεν διψάει. Συνεχίζει. Περνάει ώρα. Ώρες. Κάποτε φτάνει. Έτσι της λένε. Μα εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα. Την κοροϊδεύουν. Που είναι η μάνα της; Που είναι το σπίτι της. Κι αυτοκίνητα. Παντού αυτοκίνητα. “Πήξαμε στ’ αυτοκίνητα”, λέει. Την κορόϊδεψαν. Δεν είναι εδώ το σπίτι της. Δεν είναι εδώ το λιμανάκι με την αμμουδιά. Δεν είναι δω το ταβερνάκι. Δεν βρίσκει τη μάνα της στην κουζίνα. Θα πάει να ψάξει αλλού. Θα το βρει αυτή. Κι ας της το κρύβουν. Κι ας την κοροϊδεύουν όλοι. Όλοι οι άγνωστοι. Που είναι οι γνωστοί της; Γιατί εξαφανίστηκαν; Που είναι οι δικοί της; Που βρίσκονται όλοι; Που βρίσκεται αυτή; Θε μου τι μοναξιά. Δεν υπάρχει κανείς πια οικείος στον κόσμο. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Συνεχίζει να περιπλανιέται χωρίς να ρωτάει πια. Η γυναίκα δίπλα της την κατευθύνει. “Που πάμε;” ρωτάει. “Σπίτι”. “Ναι σπίτι, πάμε σπίτι”.
Φτάνουν αποκαμωμένοι κι οι δύο. Κοιτάζει. Δεν γνωρίζει τίποτα.
“Που μ΄ έφερες;”
“Σπίτι”
“Δεν είν’ αυτό το σπίτι μου”
“Εδώ είναι”
“Δεν είναι”

Κάποιος πλησιάζει. Κάτι της θυμίζει. Της λέει να ανέβουν μαζί. Ποιός είναι; Φίλος; Αδελφός; Γυιός; Δειλιάζει. Αφήνεται να την τραβήξουν μέσα. Άγνωστες κάμαρες πάλι. Δεν θέλει κι άλλες άγνωστες κάμαρες. Θέλει να φύγει.
΄Κάτσε να ξημερώσει πρώτα’, της λένε.
Κοιτάζει έξω. Σκοτάδι. Φοβάται το σκοτάδι. Που να πάει μες στο σκοτάδι. Θα μείνει μέχρι το πρωί. Την καθίζουν στο τραπέζι. Πίνει νερό. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα ποτήρια. Πόσο διψάει! Μαζί με το πέμπτο της δίνουν και μια χούφτα χάπια.
“Τι είναι αυτά;”
“Τα χάπια σου”
“Τα χάπια μου;”
“Τα χάπια σου”
“Για τι είναι; Δεν έχω τίποτα”
“Για το πόδι που πονάει” της λένε γιατί δεν μπορούν να της πουν πως το Aricept είναι γι ασθενείς με Alzheimer…

Έχω ακούσει πολλές φορές την ανερμάτιστη δήλωση πως η Ελλάδα έχει μόνο πολιτισμό να εξάγει. Ακόμα κι αν μιλάμε για πολιτιστικές παραγωγές η δήλωση είναι βασικά ψευδής. Αλλά είναι ψευδέστατη όταν αναφερόμαστε στην ουσία του πολιτισμού.

Και ποια είναι αυτή;

Νομίζω πως πολιτισμός πρέπει να θεωρείται ότι συνθέτει την κατάσταση που διαφοροποιεί την ανθρώπινη ζωή από την  απλή βιολογική επιβίωση  του ζώου.

Στον πολιτισμό υπάρχει η έννοια της ανθρώπινης επικοινωνίας και συν-εννόησης. Οι  σκέψεις μου γεννήθηκαν μετά την επιστροφή από μικρής διάρκειας ταξίδι στο εξωτερικό όπου συνειδητοποίησα την ύπαρξη αυτού του βασικού επιπέδου πολιτισμού, σε χώρα όχι από τις μεγαλόσχημες κρατούσες.

Ζώντας στην Ελλάδα βρίσκεσαι συνεχώς σε ένα αγώνα με τους άλλους. Η ελληνική κοινωνία είναι σταθερά αντίπαλος σε κάθε βήμα: από την ουρά στη δημόσια υπηρεσία  που σπρώχνεσαι και στην πρώτη ευκαιρία παραγκωνίζεσαι, από τους δρόμους που η μικρή σου καθυστέρηση θα σου δώσει στην καλύτερη περίπτωση ένα υβρεολόγιο και στην χειρότερη ένα ατύχημα, από τις συνομιλίες στις καθημερινές συναναστροφές όπου πρέπει να διακόψεις τον άλλο για να ακουστείς ή να σηκώσεις τη φωνή σου ως το Έβερεστ, από το απλό ευχαριστώ που σπάνια ακούγεται ή προφέρεται στις μικροδοσοληψίες μας, από τα συνεχή εμπόδια στο δρόμο που βαδίζουμε, είτε σκουπίδια λέγονται αυτά,είτε αυτοκίνητα παρκαρισμένα ως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι…

Ο πολιτισμός πρέπει να κατατείνει στο απλό καθημερινό αίσθημα ηρεμίας και ασφάλειας, απαραίτητο για ψύχραιμη σκέψη και δημιουργική εργασία, για διάθεση και πρωτοβουλία. Θεωρεί κανείς ότι τα διαθέτουμε;

Η Ελλάδα έχει μεγάλη ανάγκη εισαγωγής πολιτισμού.  Κι αυτό το ισοζύγιο ευχαρίστως θα το έβλεπα αρνητικά ανισοσκέλιστο.

-Δεν νομίζεις ότι το παρακάνεις με τόσες ώρες που περνάς στον υπολογιστή;
-…
-Δε σου ζητάω να μην ασχολείσαι, αλλά εσύ ξημεροβραδιάζεσαι.
-…
-Δεν έχεις κάτι να πεις;
-Δίκιο έχεις αλλά…
-Αλλά τι; Δεν θες δηλαδή ποτέ να κάτσουμε έτσι λίγο χωρίς να κάνουμε τίποτα; Ή να βγούμε μια απρογραμμάτιστη βόλτα; Ή να μιλήσουμε; Ή,(χαμογελάει πονηρά) ξέρεις…
-Οκ, πάμε (χαμογελάει πονηρά).
-Α, όχι έτσι. Όχι να στο λέω εγώ.
-Καλά, πάμε μια βόλτα τότε.
-Δεν γίνεται.
-Εντάξει, κάτσε τότε λίγο μαζί μου κι ας μη μιλάμε.
-Δεν μπορώ.
-Μα, τότε ας μιλήσουμε τέλος πάντων.
-Όχι τώρα.
-Γιατί όχι τώρα. Είναι μια χαρά ευκαιρία.
-Δεν μπορώ σου λέω.
-Γιατί;
-Αρχίζει η αγαπημένη μου σειρά στην τηλεόραση…

Διαβάζω τις
τελευταίες 4 μέρες διάφορα ποστ για τη συγκέντρωση της Τετάρτης
γραμμένα πριν και μετά. Φίλοι και γνωστοί αλλά και άγνωστοι αναλώνονταν
σε δηλώσεις τύπου “δεν θα πάω γιατί…”, ή ” δεν έχει νόημα, μήνυμα κτλ”
ή “πήγα και είδα διάφορους να κάθονται και να κουβεντιάζουνε μόνο”, ή
“μας - σας - τους καπελώσαν”, ή “σιγά μην ιδρώσουν οι υπεύθυνοι”, ή …

Επειδή η πλειονότητα των μπλογκερ που κατέκριναν ή κατακρίνουν τη
συγκέντωση (κι όλα τα παρεμφερή) είναι άνθρωποι, κατά την εκτίμησή μου,
καλών προθέσεων, θέλω να πω δυο πράγματα μήπως και συμβάλλω ν’ αλλάξουν
κάποιες θέσεις και κάποιες εντυπώσεις.

  • Δεν αλλάζει ο κόσμος με μια συγκέντρωση. Δεν αλλάζει ούτε με δέκα.
    Εδώ δεν άλλαξε με επαναστάσεις. Το ξέρουμε. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει
    να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Αν θέλετε να ενεργοποιηθείτε μέσα από
    παραδοσιακά κανάλια, δικαίωμά σας. Αλλά μη στερείτε σ’ αυτό τον κατά
    πλειοψηφία ανένταχτο κόσμο την ευκαιρία και το δικαίωμα να βγει μια
    φορά να πει την αποψή του και, γιατί όχι, να μετρήσει τις δυνάμεις του.
  • Το να προκαλείς μια συγκέντρωση χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, είναι
    νέο, ολοκαίνουργιο κι ολόφρεσκο για την Ελλάδα. Είναι χτεσινό.
    Περιμένετε να δείτε που μπορεί να πάει και συμβάλλετε υποδεικνύοντας
    κατευθύνσεις. Μπορεί να μη βγάλει πουθενά αλλά μην το προεξοφλείτε αν
    δεν έχετε κόψει κάθε σχέση με την ελπίδα.
  • Μην μεταφράζετε την απαισιοδοξία σας σε πολιτικό λόγο. Γιατί η
    πολιτική είναι βασικά θέληση κι όποιος κάνει μπαντιέρα την
    απαισιοδοξία, απλά παραδίδει τα ινία σ’ αυτούς που έχουν θέληση για το
    στραβό. Και κυρίως μη βαπτίζετε την αδράνειά σας, απαισιοδοξία. Γιατί ο
    απαισιόδοξος απλά δεν ξέρει που να αναζητήσει την ελπίδα, ενώ ο αδρανής
    προσπαθεί ν’ αποφύγει να την συναντήσει.
  • Δεν υπάρχει τέλος και γρήγορη κατάληξη στον αγώνα. Στον κάθε αγώνα.
    Είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση. Όλα χρειάζεται να καθηλώνονται και
    να ξαναστήνονται πολλές φορές. That’s the way it works. Μια πτώση δεν
    είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει άνοδος και μια ήττα δεν είναι το τέλος
    κάθε πολέμου.
  • Μην αναμασάτε το τι σας προσφέρει ο τύπος σαν πληροφορία. Μπορείτε
    να κάνετε τη διαφορά συνεισφέροντας τα κομμάτια της αλήθειας που εσείς
    και μόνο εσείς γνωρίζετε. Κι έχετε τις δυνάμεις να το κάνετε, το έχετε
    πολλαπλά αποδείξει.
  • Τέλος, μην ξεχνάτε ότι οι αντίπαλοι δεν είναι οι άλλοι μπλογκερς
    που έχουν αντίθετη άποψη αλλά αυτοί που έχουν κάψει την Ελλάδα τώρα και
    τα μπατζάκια σας αύριο.

Αναδημοσίευση από το metablogging.gr

No post today, the air has gone away

The burned tree stands forlorn, a symbol of  us all

No post today, it seems a common sight

But bloggers surfing by don’t know the reason why

How could they know just what this message means

The end of our hopes, the end of all our dreams

How could they know the forests there had been

The groves, the hills, the villages we’ d seen…

(Μια αυθόρμητη παραλλαγή στο No Milk today των Herman Hermits)

Next Page »