Πάλι ένα άψυχο ζητάει να γίνει 'φίλος' μου στo  facebook.

Όχι ρε!
Δεν θέλω για φίλους περιοδικά, μαγαζιά, εταιρείες, ταξιδιωτικά γραφεία, γραφεία συνοικεσίων, καταστήματα μόδας, σουβλατζίδικα ή πρατήρια βενζίνης.
Θέλω φίλους ανθρώπους. Και μόνο. Τελεία.
Πάρε τα κουβαδάκια του μάρκετιν σου και πήγαινε να παίξεις παραπέρα.

Posted via email from Στο δίχτυ

Δεν ήξερα το όνομά του όμως τις τις ζωγραφιές του τις βλέπω συχνά πυκνά στους εξωτερικούς τοίχους της Ελαϊδας. Όπως είχα απολαύσει και το διάκοσμο στο Polis που είχα δει όταν τραγουδούσε εκεί ο Σαββόπουλος κι ο Θ. Παπακωνσταντίνου. Μπορεί να είναι και μόνιμος, δεν ξέρω. Μια φορά και μοναδική πήγα.
Αλλά και το καλύτερο απ’ όλα, ένα έργο του πραγματικά γιγάντια τοιχογραφία, που είχα δει στην Καλών Τεχνών της Πειραιώς πριν λίγα χρόνια, σε μια έκθεση αποφοίτων ή κάτι τέτοιο.
Αξίζει

Posted via web from Στο δίχτυ

αν πας Παρίσι…

Posted via web from Στο δίχτυ

Ξύπνησα από ένα εφιάλτη ο οποίος έχει κατά πάσα πιθανότητα σχέση με το ότι έπεσα για ύπνο με πολύ γεμάτο στομάχι. Για να χαλαρώσω άνοιξα τον υπολογιστή κι άρχισα να ξεφυλλίζω ηλεκτρονικά την Ελευθεροτυπία. Και, τι σύμπτωση! Το άρθρο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν το “Ποιός σκηνοθετεί τους εφιάλτες μας”

via enet.gr

Posted via web from Στο δίχτυ

140485451_d6d5f8e7ef_o

Είναι νέα, όμορφη, εξεζητημένη.

Περπατάει με μεγάλες δρασκελιές σίγουρες.

Σίγουρη: Ότι την κοιτάνε.

Την κοιτάω.

Καθώς διασχίζει τα λίγα μέτρα που χωρίζουν το περίπτερο με μένα, ξετυλίγει τη σοκολάτα που αγόρασε. Μακριά απ΄αυτήν τα χαρτιά του περιτυλίγματος. Δεν της πρέπουν.

Πετάει το ένα.Δεξιά.

Δαγκώνει.

Πετάει το άλλο. Αριστερά.

Δαγκώνει.

Μου ρίχνει γρήγορη ματιά, σίγουρη ότι την θαυμάζω. Προσπερνάει.

Πετάει και το τελευταίο χαρτί.

Κάτω. Στο πεζοδρόμιο.

Κι απομακρύνεται τυλιγμένη την υπεροχή της.

“Είσαι, ό,τι πετάς”, σκέφτομαι…

Η φωτογραφία είναι από τον dev null στο Flickr

Narcissus by Caravaggio  A Boeotian hero whose...
Image via Wikipedia

Εντελώς τυχαία, έπεσα σήμερα πάνω σ’ αυτό το ποίημα του Seamus Heaney,  το οποίο μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Λέγεται Personal Helicon (εξ ου κι ο τίτλος του ποστ) και το αντιγράφω εδώ:

As a child, they could not keep me from wells
And old pumps with buckets and windlasses.
I loved the dark drop, the trapped sky, the smells
Of waterweed, fungus and dank moss.

One, in a brickyard, with a rotted board top.
I savoured the rich crash when a bucket
Plummeted down at the end of a rope.
So deep you saw no reflection in it.

A shallow one under a dry stone ditch
Fructified like any aquarium.
When you dragged out long roots from the soft mulch
A white face hovered over the bottom.

Others had echoes, gave back your own call
With a clean new music in it. And one
Was scaresome, for there, out of ferns and tall
Foxgloves, a rat slapped across my reflection.

Now, to pry into roots, to finger slime,
To stare, big-eyed Narcissus, into some spring
Is beneath all adult dignity. I rhyme
To see myself, to set the darkness echoing.

Αν θέλετε να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να το απαγγέλει μαζί με αρκετά άλλα, πηγαίντε εδώ.

winterscene2

Δεν ξέρω ποιος την έφτιαξε ή την μετέφρασε αυτή την παρουσίαση. Μου την έστειλαν με email  και την παραδίδω σε κοινή θέα γιατί μου άρεσε.

Τι ξεχωρίζει το καλό σέρβις από το πολύ καλό σέρβις; Η προσοχή στη λεπτομέρεια σε τέτοιο βαθμό που να σου δημιουργεί κατάπληξη.

Μια τέτοια κατάπληξη  γεύτηκα στο ξενοδοχείο ΝΗ στις Βρυξέλλες.

Τα NH είναι μια ισπανική αλυσίδα, που, αν λάβω υπόψιν τις πληροφορίες της ψιλοκολοκουβέντας που γινόταν στην ομάδα με την οποία επισκεπτόμασταν την κοινοτική πρωτεύουσα, λειτουργεί κυρίως σε καθολικές χώρες.
Πέραν της χαμηλής τιμής, των καθαρών και υπεπλήρων από κομφόρ δωματίων, του πρωινού τάξεως Χίλτον πέντε αστέρων κτλ, αυτό που έκανε τη διαφορά στην εκτίμησή μου ήταν ένα μικρό βιβλιαράκι.
Ένα μικρό βιβλιαράκι στ’ αγγλικά με μικρές ιστορίες σύγχρονων ισπανών λογοτεχνών.

Προσέξτε τη διαφορά: στα αγγλικά, όχι στη γλώσσα που γράφτηκαν ή στη γλώσσα της χώρας που βρίσκεται το ξενοδοχείο αλλά στη διεθνή lingua franca. Έτσι  η πλειονότητα των επισκεπτών  μπορεί να το ξεφυλλίσει, να μάθει έστω και περιστασιακά κάτι για την σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία,  κι αν έχει όρεξη να εντρυφήσει σ’ αυτήν περισσότερο καταρχήν διαβάζοντάς το κι ύστερα αναζητώντας τα έργα και τους συγγραφείς σε κάποιο βιβλιοπωλείο.
Κάντε τον πολλαπλασιασμό: πόσες ξενοδοχειακές μονάδες επί πόσες κλίνες επί πόσες χώρες επί το μέσο όρο διαμονής ενός επισκέπτη και βρίσκεται ένα πολύ μεγάλο νούμερο ανθρώπων που ενημερώνονται για την νέα ισπανική λογοτεχνία μ’ ένα φτηνό και καθόλου επιθετικό μάρκετιν. Σκεφτείτε, ας πούμε, τα ελληνικά κονδύλια που δαπανώνται για την παρουσία μας σε ελάχιστα αποδοτικές εκθέσεις με σκοπό την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, πήγαιναν για την εκτύπωση ενός αντίστοιχου μικρού φτηνού τομίδιου το οποίο θα μοιραζόταν δωρεάν σ’ όλα τα μεγάλα ξενοδοχεία της χώρας που υποδέχονται κυρίως επισκέπτες από το εξωτερικό. Πόσο αποτελεσματικώτερη θα ήταν μια τέτοια απλή προώθηση;

Δεν είναι εντυπωσιακό που μια εταιρεία  αποφασίζει να προωθήσει τη λογοτεχνία της χώρας και γλώσσας προέλευσής της;  Δεν έχει κάτι να προσδοκά άμεσα απ’ αυτή την ενέργεια, δεν πρόκειται να βελτιωθεί η διαμονή των πελατών με την προσφορά ενός μικρού βιβλίου. Σκέφτεται κανείς πως μόνο ένα μεράκι κάποιου εκ των ιδιοκτητών θα μπορούσε να είναι ο λόγος αυτής της κίνησης.
Δεν το έψαξα πολύ, αλλά  ξεφυλλίζοντας το βιβλίο είδα ότι η αλυσίδα προκηρύσσει λογοτεχνικό διαγωνισμό κάθε χρόνο, κι από κει επιλέγει τους συγγραφείς που θα προωθήσει.
Και σκέφτομαι, εγώ, ο πελάτης: “αν ο ξενοδόχος μου είναι τόσο μερακλής και σοφιστικέ και καλλιεργημένος, αντίστοιχο πρέπει να είναι το ξενοδοχείο του”. Κι η πραγματικότητα που αντιμετώπισα  δεν με διέψευσε.

Reblog this post [with Zemanta]

Προσοχή ακολουθεί ποστ γκρίνιας!

 

Πάω ο καλός σου φορτωμένος τρεις τσάντες με μπουκάλια γυάλινα και βάζα , στο πρόσφατα αφιχθέν στην περιοχή μας σημείο ανακύκλωσης -όχι κάδο, τα άλλα, τα πιο χάι τεκ, που σου δίνουν και απόδειξη- κι αφού ρίξω στον καιάδα τα γυαλικά που περίσσευαν κάτι χρόνια, κάνω να φύγω φουσκωμένος από οικολογική περηφάνεια κι αντικρίζω αυτό:

 

Οι αγαπητοί ανακυκλωτές, όσα απίδια/σκουπίδια δεν πιάνει ο σάκκος ανακύκλωσής τους, λύνουν το λουρί και τ’ αμολάνε ελεύθερα. Αλλά επειδή δεν είναι σκυλιά ή πουλιά, κάθονται κει και λουφάζουν ή φωνάζουν. Όπως το πάρει κανείς. Εμένα με ξεκούφαναν. Μήπως ν’ ανακυκλώσουμε τους ανακυκλωτές πρώτα;

..γεννάει τέρατα”. Είναι ο τίτλος της έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης με χαρακτικά του Γκόγια κι είναι παρμένος από ομώνυμο χαρακτικό της σειράς “Καπρίτσια”. Και βέβαια η αναφορά στην εποχή του Λόγου, στον Διαφωτισμό είναι σαφής. Αλλά παρά την σκωπτική, σατιρική, ηθικοπλαστική, καταγγελτική πρόθεση του ζωγράφου, έφυγα με ελάχιστες εικόνες ‘λογικής’. Περισσότερο τα χαρακτικά, που είναι στην κατοχή της Πινακοθήκης από το 1965, μοιάζουν με διάσπαρτα στιγμιότυπα ενός εφιάλτη. Ενός εφιάλτη που περνάει από τον ύπνο στον ξύπνιο απαράλλαχτος. Που όταν δεν προσπαθεί να τρομάξει με τα γκροτέσκα πλάσματα, τρομάζει με την ωμότητα του πολέμου, την πείνα και τον θάνατο. Γιατί οι σειρές Καπρίτσια και Τρέλες ακολουθούνται από τις Ταυρομαχίες και τα Δεινά του πολέμου που είναι εικόνες από τον Ισπανογαλλικό πόλεμο.

Καθώς περιεργαζόμουν τον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης με τις δύο πρώτες σειρές (μικρότερη σε μέγεθος η πρώτη και πολυπληθέστερη, αλλά σκοτεινά αινιγματική και γι αυτό πιο γοητευτική η δεύτερη) τίποτα πέραν μιας επιφάνειας δεν ανέδιδε λογική. Ένας τυφλός κόσμος παθών που ισορροπεί μεταξύ φαντασίας και τρέλας, όπου το καταγγελόμενο χάνεται μέσα στην γλώσσα της καταγγελίας, κι όπου η χρονική απόσταση από την εποχή κάνει ακόμα πιο απροσπέλαστο. Μια σειρά καρικατουρίστικων μορφών και εκφράσεων που θα έκαναν τους πολύ μετέπειρα εξπρεσιονιστές να νοιώθουν at home. Ένας κόσμος που οι σουρεαλιστές θα αναγνώριζαν άνετα ως πρόδρομο κι όπου η ομορφιά με την συνήθη έννοια μάλλον δεν έχει θέση.
Από τον πρώτο όροφο των Καπρίτσων και των Τρελών κατεβαίνει κανείς στο υπόγειο σε μια χαρακτική που αφορά πιο πολύ την πραγματικότητα που όμως δεν είναι λιγότερο απόκοσμη και αινιγματική. Οι σκηνές από τις ταυρομαχίες όπου ταύρος και ταυρομάχος διαδοχικά παίζουν το ρόλο του σκοτωμένου σ’ ένα πανηγύρι αίματος και μια ιεροτελεστία θανάτου, δίνουν τη θέση τους στην πείνα, τις εκτελέσεις, στην απελπισία, τη σήψη, και τις ακρότητες του πολέμου με τα στρατεύματα του Ναπολέοντα.

Το χαρακτικό από τη φύση του (ασπρόμαυρο) έχει κάτι το βαθειά ψυχολογικό και γι αυτό, παρότι δεν γεννά συναισθήματα αναλόγου ‘μεγέθους’ της θέασης ενός πίνακα, υποβάλλει. Ο παρατηρητής βυθίζεται σταδιακά σ’ ένα κόσμο σκιών, κόσμο σκοτεινών γραμμών πάνω σε χαλκό αλλά και κόσμο αδιόρατων περιγραμμάτων του δικού του υποσυνείδητου.

Ο Γκόγια είναι μοντέρνος. Κι ας έχουν περάσει 180 χρόνια από το θάνατό του.

238825455_ec2403feab_m Σε μικρό ταξίδι αναψυχής σε νησί, πήρα να διαβάζω τη ‘Βάρδια’ του Νίκου Καββαδία. Έξυπνη επιλογή. Όταν ο φλοίσβος αχούσε στο παραθυρόφυλλο του δωματίου, εγώ φανταζόμουν πως ήταν από τις σελίδες που αναδύονταν. Κι όταν γυάλιζαν οι αναλαμπές του στο ταβάνι, καράβι γινόταν το ξενοδοχείο και κουκέτα το άνετο κρεββάτι.

Είναι βλάσφημο όμως στη μνήμη του βιβλίου και του ποιητή να ξεκινάω την αναφορά μου σ’ αυτό μ’ ειδυλλιακή σύγκριση. Γιατί η ‘Βάρδια’ δεν είναι ειδυλλιακή. Κι ο Καββαδίας δεν είναι Καρκαβίτσας. Έστιψε μες το βιβλίο αυτό ‘τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα’ χρόνια που πέρασε στη θάλασσα, κι ας ήταν για ρούχα που είχε σκαρώσει αυτή τη φράση. Τα ρούχα που έφερνε μετά από πολύμηνα ταξίδια, ή αυτό ή όμοιος του, σε κάποια γυναίκα, μάνα ή αδελφή για να τα πλύνει.

Μάταια.

Γιατί από τα ρούχα η βρώμα φεύγει αλλά το στίγμα του ναυτικού είναι ανεξίτηλο. Σαν κακοφορμισμένο τραύμα. Ένα τραύμα που κουβαλούσε ο ποιητής μάλλον πριν καν δει νερό αρμυρό. Πριν αρχίσει να μετράει τα μήκη και τα πλάτη με κρεββάτια αγίων πορνών. Πριν σκαρώσει ανθρώπους που γίναν στίχοι κι επιβιώσει από περιπέτειες που μετενσαρκώθηκαν σε ιστορίες.

Προσχηματική αφήγηση ένα ταξίδι του ‘Πυθέας’ στις θάλασσες τις Ανατολής. Ένας δόκιμος που έχει κολλήσει σύφιλη (;), ένα μαρκόνης alter ego του ποιητή, που τον συνδράμει και τον συντρέχει ως το τέλος. Και που μιλά κι εξομολογείται στον ‘γραμματικό’ συντοπίτη του κι ουσιαστικό καπετάνιου του Πυθέα. Που προσπαθεί με τον διάλογο να γεφυρώσει τα χρόνια που τους χώρισαν και τους έφεραν ξανά κοντά.

Μια ιστορία που μπάζει από παντού, αμπάρι ξέσκεπο, πόρτα ανοιχτή, σκαρί μπαταρισμένο. Μα δεν μπάζει νερά. Μπάζει μνήμες, πίκρες, άλλες ιστορίες, ατέλειωτες ιστορίες, ιστορίες για γυναίκες άξιες κι ανάξιες να αγαπηθούν, που η αγάπη τις αγγίζει και τις αφήνει πάλι και πάλι σαν κύμα, άλλοτε ήρεμο, άλλοτε βρώμικο, άλλοτε θερμό, άλλοτε κρύο. Γυναίκες που υφαρπάζονται κι εκσφενδονίζονται από τη Σκωτία στο Άντεν, από την Αυστραλία στη Βηρυττό κι από τη Μασσαλία στη Μασσαλία. Γεμάτο λέξεις ναυτικές που θαρρείς θα σε κόψουν σα σκουριασμένη λαμαρίνα κι ο ναυτικός τέτανος θα τρελάνει το μυαλό σου, θα εξορίσει τη σκέψη σου από τα γνωστά, τα προσφιλή, τα οικεία…

Ναύτες που πεθαίνουν κι άλλοι που σκοτώνουν κι άλλοι που αρρωσταίνουν κι άλλοι που χάνονται κι άλλοι ολοτινά χαμένοι που εμφανίζονται για μια στιγμή, χαράσσουν πορεία κι ύστερα λειώνουν στην τροπική τη ζέστη.

Κι όλα βυθισμένα σ’ ένα υγρό, ζεστό, μακάβριο πούσι. Που αχρηστεύει τα τσιγάρα και τις ανάσες, τις πυξίδες και τους ασυρμάτους…

Τι είναι η ‘Βάρδια’; Η διατεταγμένη υπηρεσία ανάμεσα στο πριν και το μετά κενό. Η όποια ζωή που πιάνει λιμάνια, αλλά σε προορισμό δε φτάνει. Αυτό το γλυκόπικρο αναίτιο παίδεμα. Που μόνο σαν ανάγκη μπορεί να εν-νοηθεί. Που είναι αδύνατο να κατα-νοηθεί. Που να το περιγράψει πασχίζει η μνήμη που δεν το γνώρισε μα που νομίζει πως γνωρίζει.

Αν σας αρέσουν οι ξεκάθαρες ιστορίες κι  η ολοκληρωμήνη αφήγηση, μην το διαβάσετε. Γιατί θα απορήσετε τι γυρεύουν τόσοι ζωγράφοι στις θάλασσες του Καββαδία. Δεν θα εννοήσετε πως μπορούσε να συλλέγει ρεπροντυξιόν τέχνης κι έρωτα με την ίδια αγάπη και το ίδιο μίσος ή τι κάνει τον λόγιο  μαχαιροβγάλτη, κοντραμπαρτιέρη τον ποιητή.

Αλλά πάλι, αν η ζωή σας δεν είναι τόσο προφανής, διαβάστε το. Δεν θα σας βοηθήσει, μα θα σας συντροφέψει…

Η φωτό είναι του Chris Seufert από το Flickr.

Awakening 

Κάποιες φορές, αραιά, ξυπνάω μ’ ένα ξάφνιασμα. Ξυπνάω στη μέση της νύχτας ή κανονικά το πρωί αλλά με το ίδιο ξάφνιασμα, το ίδιο ερώτημα, την ίδια κατάφορη έκπληξη: πως γίνεται να υπάρχω; Τι είναι αυτός ο κόσμος γύρω μου; Αυτά τα αισθητήρια τι μου καταμαρτυρούν; Αυτή η σκέψη σε ποιούς δαιδάλους χάνεται; Από που έρχεται και που πηγαίνει;

Δεν θα βρω ποτέ απάντηση γι αυτό το ξάφνιασμα κι αυτό με … ξαφνιάζει: πώς όλο αυτό το απέραντο άγνωστο, μας γίνεται τόσο αφόρητα γνωστό, τόσο κοινότυπα φορεμένο; Πώς αγνοούμε το εγγύς; Πώς λησμονούμε το απώτερο; Πως;

Πάω για ύπνο…

(Flickr foto by ohad)

Το πίσω της παλάμης των κυμάτων, που ανατριχιάζει τη μαρμαρυγή, σα νεύμα, σα πρόσκληση σε ταξίδι, ξεμυάλισμα, ανέμελη λήθη: να τι είχα ξεχάσει!

Με τράβηξ’ απ’ τ’ αυτί, μέρα μεσημέρι, σήμερα.

Κάποια στιγμή γύρισα σπίτι, αλλά η ψυχή μου είχε ήδη ξενιτευτεί…

(Η φωτό από το χρήστη του Flickr wtlphotos)

Επόμενη σελίδα: »