Μάιος 4, 2008
Τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα
Posted by Χαρτοπόντικας under Βιβλία, Λογοτέχνες[5] Comments
Σε μικρό ταξίδι αναψυχής σε νησί, πήρα να διαβάζω τη ‘Βάρδια’ του Νίκου Καββαδία. Έξυπνη επιλογή. Όταν ο φλοίσβος αχούσε στο παραθυρόφυλλο του δωματίου, εγώ φανταζόμουν πως ήταν από τις σελίδες που αναδύονταν. Κι όταν γυάλιζαν οι αναλαμπές του στο ταβάνι, καράβι γινόταν το ξενοδοχείο και κουκέτα το άνετο κρεββάτι.
Είναι βλάσφημο όμως στη μνήμη του βιβλίου και του ποιητή να ξεκινάω την αναφορά μου σ’ αυτό μ’ ειδυλλιακή σύγκριση. Γιατί η ‘Βάρδια’ δεν είναι ειδυλλιακή. Κι ο Καββαδίας δεν είναι Καρκαβίτσας. Έστιψε μες το βιβλίο αυτό ‘τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα’ χρόνια που πέρασε στη θάλασσα, κι ας ήταν για ρούχα που είχε σκαρώσει αυτή τη φράση. Τα ρούχα που έφερνε μετά από πολύμηνα ταξίδια, ή αυτό ή όμοιος του, σε κάποια γυναίκα, μάνα ή αδελφή για να τα πλύνει.
Μάταια.
Γιατί από τα ρούχα η βρώμα φεύγει αλλά το στίγμα του ναυτικού είναι ανεξίτηλο. Σαν κακοφορμισμένο τραύμα. Ένα τραύμα που κουβαλούσε ο ποιητής μάλλον πριν καν δει νερό αρμυρό. Πριν αρχίσει να μετράει τα μήκη και τα πλάτη με κρεββάτια αγίων πορνών. Πριν σκαρώσει ανθρώπους που γίναν στίχοι κι επιβιώσει από περιπέτειες που μετενσαρκώθηκαν σε ιστορίες.
Προσχηματική αφήγηση ένα ταξίδι του ‘Πυθέας’ στις θάλασσες τις Ανατολής. Ένας δόκιμος που έχει κολλήσει σύφιλη (;), ένα μαρκόνης alter ego του ποιητή, που τον συνδράμει και τον συντρέχει ως το τέλος. Και που μιλά κι εξομολογείται στον ‘γραμματικό’ συντοπίτη του κι ουσιαστικό καπετάνιου του Πυθέα. Που προσπαθεί με τον διάλογο να γεφυρώσει τα χρόνια που τους χώρισαν και τους έφεραν ξανά κοντά.
Μια ιστορία που μπάζει από παντού, αμπάρι ξέσκεπο, πόρτα ανοιχτή, σκαρί μπαταρισμένο. Μα δεν μπάζει νερά. Μπάζει μνήμες, πίκρες, άλλες ιστορίες, ατέλειωτες ιστορίες, ιστορίες για γυναίκες άξιες κι ανάξιες να αγαπηθούν, που η αγάπη τις αγγίζει και τις αφήνει πάλι και πάλι σαν κύμα, άλλοτε ήρεμο, άλλοτε βρώμικο, άλλοτε θερμό, άλλοτε κρύο. Γυναίκες που υφαρπάζονται κι εκσφενδονίζονται από τη Σκωτία στο Άντεν, από την Αυστραλία στη Βηρυττό κι από τη Μασσαλία στη Μασσαλία. Γεμάτο λέξεις ναυτικές που θαρρείς θα σε κόψουν σα σκουριασμένη λαμαρίνα κι ο ναυτικός τέτανος θα τρελάνει το μυαλό σου, θα εξορίσει τη σκέψη σου από τα γνωστά, τα προσφιλή, τα οικεία…
Ναύτες που πεθαίνουν κι άλλοι που σκοτώνουν κι άλλοι που αρρωσταίνουν κι άλλοι που χάνονται κι άλλοι ολοτινά χαμένοι που εμφανίζονται για μια στιγμή, χαράσσουν πορεία κι ύστερα λειώνουν στην τροπική τη ζέστη.
Κι όλα βυθισμένα σ’ ένα υγρό, ζεστό, μακάβριο πούσι. Που αχρηστεύει τα τσιγάρα και τις ανάσες, τις πυξίδες και τους ασυρμάτους…
Τι είναι η ‘Βάρδια’; Η διατεταγμένη υπηρεσία ανάμεσα στο πριν και το μετά κενό. Η όποια ζωή που πιάνει λιμάνια, αλλά σε προορισμό δε φτάνει. Αυτό το γλυκόπικρο αναίτιο παίδεμα. Που μόνο σαν ανάγκη μπορεί να εν-νοηθεί. Που είναι αδύνατο να κατα-νοηθεί. Που να το περιγράψει πασχίζει η μνήμη που δεν το γνώρισε μα που νομίζει πως γνωρίζει.
Αν σας αρέσουν οι ξεκάθαρες ιστορίες κι η ολοκληρωμήνη αφήγηση, μην το διαβάσετε. Γιατί θα απορήσετε τι γυρεύουν τόσοι ζωγράφοι στις θάλασσες του Καββαδία. Δεν θα εννοήσετε πως μπορούσε να συλλέγει ρεπροντυξιόν τέχνης κι έρωτα με την ίδια αγάπη και το ίδιο μίσος ή τι κάνει τον λόγιο μαχαιροβγάλτη, κοντραμπαρτιέρη τον ποιητή.
Αλλά πάλι, αν η ζωή σας δεν είναι τόσο προφανής, διαβάστε το. Δεν θα σας βοηθήσει, μα θα σας συντροφέψει…
Η φωτό είναι του Chris Seufert από το Flickr.

“Ευτυχώς, πιο ωραίος κι από Έλληνας”, έγραψε κάποιος στο βιβλίο επισκεπτών της έκθεσης για το Νίκο
Εγγονόπουλο, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Για κάποιο λόγο η φράση μου καρφώθηκε στο μυαλό. Εύκολα θα μπορούσα να την ερμηνεύσω με αναφορά στο τώρα. Αλλά ο Εγγονόπουλος αφορά τον περασμένο αιώνα.
αγαλμάτων, τα διάσπαρτα αντικείμενα που αποκτούν μια συμβολική διάσταση (ο κύβος, ο κώνος η σφαίρα, τα ψάρια κτλ), τα εσωτερικά των δωματίων με τα χάσκοντα παράθυρα, ακόμα κι οι αρθρώσεις των σωμάτων, όλα μου ‘σημαίνουν’ Ντε Κίρικο.
Οδυσσέα που γυρίζει σε μια πατρίδα μετά από μάχες κι εξορίες (πήρε μέρος στον Ελληνοιταλικό πόλεμο ενώ τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε ως επί το πλείστον εκτός Ελλάδος). Η ματιά του δεν είναι ματιά πατριδοκάπηλου ή ιστορικού. Δεν τον αφορά το μεγαλείο της φυλής. Δεν είναι Παλαμάς. Δεν εμπνέει κάτι το εθνικό. Είναι απλά ένας άνθρωπος που ψάχνει το μακρινό του είναι. Κι από το σακούλι της συλλογικής μνήμης ανασύρει αντάμα Διόσκουρους και Ρήγα Βελεστινλή, μνήμες της Κατοχής και τον κανόνα του Πολυκλείτου ναύτη άγαλμα στο Πειραιώτικο τοπίο.








