Τα διάφορα ιστολόγια που παρακολουθώ τα διαβάζω κυρίως βραδυνές ώρες. Εκτός Κυρακής και σχόλης που έχω την πολυτέλεια του λίγο παραπάνω χρόνου.

Αναγκαστικά ακολουθώ μια λογική εφημερίδας: τι βγήκε στον αέρα σήμερα, αντε και χτες το πολύ πολύ. Η εφημερίδα λέγεται άλλοτε monitor, άλλοτε feedreader, άλλοτε WordPress Friends Surfer, άλλοτε το blogroll μου, κοκ. Το αποτέλεσμα όμως είναι πάντα το ίδιο: είτε με τον πρωινό καφέ, είτε με το βραδυνό … τήλιο, την εφημερίδα στο τέλος την πετάς στα σκουπίδια.

Σκουπίδια, stricto sensu, δεν υπάρχουν στο internet: τα φύλλα της εφημερίδας είναι αναλλοίωτα (για τη συνείδηση που τα κατάπιε άλλο θέμα).

Η πράξη της αποριμματοποίησης των ιστολογικών αναγνωσμάτων είναι νοητική, εσωτερική. Όπως, αν συσσωρεύαμε εφημερίδες στο σπίτι σε λίγο δεν θα υπήρχε χώρος να κάτσουμε, έτσι κι αν συσσωρεύαμε ποστάκια στη μνήμη σε λίγο θα την χάναμε τελείως.

Το ιστολογείν είναι τέχνη του εφήμερου. Επιπλέεις συνεχώς στον αφρό του και δεν βουλιάζεις ποτέ γιατί δεν υπάρχει βάθος. Βάθος χρόνου.

Φαίνεται άδικο μεν, είναι αναπότρεπτο δε:  το να πετάς στα γρήγορα ότι έχεις διαβάσει.

Είναι όμως έτσι;

Ως συνήθως, the truth is in the eye of the beholder.

Κι ο παρατηρητής εδώ είναι η μέθοδος ανάγνωσης.

Τα λέω αυτά γιατί, συμπτωματικά, διαβάζοντας σαν σύνολο ένα ιστολόγιο που γνώριζα την ύπαρξή του από καιρό, όταν κάθισα να το περιηγηθώ βήμα βήμα, πόστ, πόστ, να χαζέψω τις εικόνες του, να δω την παρέα που το σχολιάζει συνήθως, να κοιτάξω τα links κτλ., άρχισε να αναδύεται στα μάτια μου μια εντελώς διαφορετική εικόνα,

Mέσα από αυτή την διαδικασία το γνωστό έγινε ευχάριστα άγνωστο και το εφήμερο απέκτησε έρμα.

Τα ιστολόγια είναι μια τέχνη προσωπογραφίας. Ο προσωπογραφούμενος είναι ο ίδιος ο ιστολόγος. Στο βαθμό δε που εκμηδενίζει τον εαυτό του μέσα στην ιδιαιτερότητά του (για να προβάλει κάτι πέρα από το προσωπικό) είναι ένας άνθρωπος του καιρού μας, ένας χαρακτήρας, ένας τύπος, ένας ήρωας.

Σ’ αυτή την ιδιότυπη ζωγραφική, η σωστή μέθοδος πρόσληψης είναι η δια του όλου ερμηνεία των επιμέρους. Όλα μετράνε. Τι χρώμα έχει επιλέξει, τι εικόνες, ποιούς ιστολόγους έχει στο blogroll, ποιά είναι η θεματολογία κτλ.

Στο τέλος μιας τέτοιας ανάγνωσης, κάτι μένει. Μπορείς να σκέφτεσαι τον ιστολόγο σαν  έργο κι όχι σαν  άρθρο.

Μπορείς να αναφέρεσαι σ’ αυτόν και τη σκέψη του, αν σ’ αγγίζει. Κρατάς αυτή τη χαρακτηριστική μυρουδιά του που, αν έχεις επιλέξει σωστά, μπορεί να είναι άρωμα. Κι αυτό μένει στη μνήμη τελικά. Κι αυτό πρέπει να μείνει. Και  μερικά ιδιαίτερα σημεία ίσως.

Άλλωστε αυτό δεν συμβαίνει και μ’ ένα βιβλίο ή ένα πίνακα; Ποτέ δεν συγκρατούμε το σύνολο. Θραύσματα μόνο. Ψηφίδες για να χτίσουμε τον δικό μας κατακερματισμό.

Τηρουμένων των αναλογιών,  η μέθοδος συμφωνεί μ’ αυτό που έλεγε ο Σεφέρης για τον Καβάφη: το έργο του πρέπει να το διαβάζει κανείς σαν ένα όλο. Κάθε ποίημα είναι work in progress.

Νομίζω ότι είμαστε τυχεροί που ζούμε και παρακολουθούμε το φαινόμενο που λέγεται ιστολογείν. Μπορεί να πεθάνει σε δύο χρόνια, δεν έχει σημασία. Όλα πεθαίνουν κάποτε. Αλλά εδώ βλέπουμε την αρχή μιας ιστορικής αλλοίωσης : την ζωή να διηθείται από τέχνη και το αντίστροφο.

Και για να προλάβω αυτούς που θα σηκώσουν περιφρονητικά το φρύδι, δεν εννοώ ότι τέχνη στο ιστολογείν είναι οι ποιητικοσυγγραφικές φιλοδοξίες κάποιων ιστολόγων, αλλά αυτή η ασύνειδη προσωπογραφία όλων των ιστολόγων που άθελά τους εμφανίζεται.