Ήτανε τρεις! Κάτι σαν τρεις σωματοφύλακες. Αντί για σπαθιά είχαν ρακέτες. Ολοκαίνουργιες, ακριβές. Τις είχαν φέρει για επίδειξη -παρντόν- να παίξουν εννοούσα. Στην αυλή του σχολείου. Που όπως κάθε Σαββατοκύριακο και καθημερινές στις ώρες κοινής ησυχίας, γίνεται παιχνιδότοπος και το μυαλό μας κρανίου τόπος!

Τώρα ήταν μόνοι τους, πράγμα σπάνιο. Τους είχα αντιληφθεί από νωρίς από τον ήχο που έκανε το μπαλάκι. Διαφορετικό από της μπάλας ποδοσφαίρου. Πιο σικ.

Την ώρα που περνούσα να πάω στο μπακάλη (εχ, δεν μπορώ να ξεχάσω μερικούς όρους – σουπερμάρκετ εννοούσα) είχαν μαζευτεί στην άκρη της αυλής, πίσω από τα ψηλά κάγγελα. Ένα μικρότερο παιδί με την -προφανώς- αδελφούλα του περνούσε από την απέναντι μεριά του δρόμου. Το κλασικό αίτημα: “Θα μας πιάσεις το μπαλάκι;”

Αλλά χωρίς παρακάλια, χωρίς υποχρέωση. Διαταγή ήταν. “Το μπαλάκι ρεεε”. Ο μικρός δεν το έβλεπε. Την ώρα ακριβώς που περνούσα δίπλα τους σχολίαζαν: “Το βλάμμένο”, “Το μαλάκα”, “Απέναντι ρεεεεεεεεεε”, “Ισα ρε στραβούλιακαααα”.

Αναρωτιέμαι πως θα μιλάνε στους υφισταμένους τους, στις δουλειές που θα κληρονομήσουν από τους μπαμπάδες τους όταν μεγαλώσουν…