Έχει πάει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Πονάει ο σβέρκος μου από το πολύωρο σκύψιμο πάνω από τον υπολογιστή. Και το κεφάλι μου είναι γεμάτο με τεχνικές πληροφορίες, θρυμματισμένες εικόνες, αποσπάσματα συζητήσεων. Με λίγα λόγια, ο ‘θόρυβος’ βασιλεύει. Αποφασίζω να πάω για ύπνο αλλά πριν πέσω λέω, έτσι για ν΄ αλλάξω λίγο παραστάσεις, να διαβάσω ένα ποίημα. Ανοίγω τα πρόσφατα αγορασμένα “Ποιήματα” του Νίκου Εγγονόπουλου σε μια τυχαία σελίδα και πέφτω πάνω σ’ αυτό:

Το γλωσσάριο των ανθέων

την ποίησιν ή την δόξα;

την ποίηση

το βαλάντιο ή την ζωή;

τη ζωή

Χριστόν ή Βαρραββάν;

Χριστόν

την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;

την Γαλάτεια

την Τέχνη ή τον θάνατο;

την Τέχνη

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;

την Ηρώ

την σάρκα ή τα οστά;

την σάρκα

τη γυναίκα ή τον άνδρα;

τη γυναίκα

το σχέδιον ή το χρώμα;

το χρώμα

την αγάπη ή την αδιαφορία;

την αγάπη

το μίσος ή την αδιαφορία;

το μίσος

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

τον πόλεμο

νυν ή αεί

αεί

αυτόν ή άλλον;

εσένα

το άλφα ή το ω μέγα;

το άλφα

την εκκίνηση ή την άφιξη;

την εκκίνηση

την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς

ν’ αγαπώ

Πέφτω για ύπνο με μαλακωμένη την καρδιά…