..γεννάει τέρατα”. Είναι ο τίτλος της έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης με χαρακτικά του Γκόγια κι είναι παρμένος από ομώνυμο χαρακτικό της σειράς “Καπρίτσια”. Και βέβαια η αναφορά στην εποχή του Λόγου, στον Διαφωτισμό είναι σαφής. Αλλά παρά την σκωπτική, σατιρική, ηθικοπλαστική, καταγγελτική πρόθεση του ζωγράφου, έφυγα με ελάχιστες εικόνες ‘λογικής’. Περισσότερο τα χαρακτικά, που είναι στην κατοχή της Πινακοθήκης από το 1965, μοιάζουν με διάσπαρτα στιγμιότυπα ενός εφιάλτη. Ενός εφιάλτη που περνάει από τον ύπνο στον ξύπνιο απαράλλαχτος. Που όταν δεν προσπαθεί να τρομάξει με τα γκροτέσκα πλάσματα, τρομάζει με την ωμότητα του πολέμου, την πείνα και τον θάνατο. Γιατί οι σειρές Καπρίτσια και Τρέλες ακολουθούνται από τις Ταυρομαχίες και τα Δεινά του πολέμου που είναι εικόνες από τον Ισπανογαλλικό πόλεμο.

Καθώς περιεργαζόμουν τον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης με τις δύο πρώτες σειρές (μικρότερη σε μέγεθος η πρώτη και πολυπληθέστερη, αλλά σκοτεινά αινιγματική και γι αυτό πιο γοητευτική η δεύτερη) τίποτα πέραν μιας επιφάνειας δεν ανέδιδε λογική. Ένας τυφλός κόσμος παθών που ισορροπεί μεταξύ φαντασίας και τρέλας, όπου το καταγγελόμενο χάνεται μέσα στην γλώσσα της καταγγελίας, κι όπου η χρονική απόσταση από την εποχή κάνει ακόμα πιο απροσπέλαστο. Μια σειρά καρικατουρίστικων μορφών και εκφράσεων που θα έκαναν τους πολύ μετέπειρα εξπρεσιονιστές να νοιώθουν at home. Ένας κόσμος που οι σουρεαλιστές θα αναγνώριζαν άνετα ως πρόδρομο κι όπου η ομορφιά με την συνήθη έννοια μάλλον δεν έχει θέση.
Από τον πρώτο όροφο των Καπρίτσων και των Τρελών κατεβαίνει κανείς στο υπόγειο σε μια χαρακτική που αφορά πιο πολύ την πραγματικότητα που όμως δεν είναι λιγότερο απόκοσμη και αινιγματική. Οι σκηνές από τις ταυρομαχίες όπου ταύρος και ταυρομάχος διαδοχικά παίζουν το ρόλο του σκοτωμένου σ’ ένα πανηγύρι αίματος και μια ιεροτελεστία θανάτου, δίνουν τη θέση τους στην πείνα, τις εκτελέσεις, στην απελπισία, τη σήψη, και τις ακρότητες του πολέμου με τα στρατεύματα του Ναπολέοντα.

Το χαρακτικό από τη φύση του (ασπρόμαυρο) έχει κάτι το βαθειά ψυχολογικό και γι αυτό, παρότι δεν γεννά συναισθήματα αναλόγου ‘μεγέθους’ της θέασης ενός πίνακα, υποβάλλει. Ο παρατηρητής βυθίζεται σταδιακά σ’ ένα κόσμο σκιών, κόσμο σκοτεινών γραμμών πάνω σε χαλκό αλλά και κόσμο αδιόρατων περιγραμμάτων του δικού του υποσυνείδητου.

Ο Γκόγια είναι μοντέρνος. Κι ας έχουν περάσει 180 χρόνια από το θάνατό του.