Εν αρχή φιλί

Μετά η φίλη μου

Κι αργότερα

Απλά φίλοι

Έχει πάει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Πονάει ο σβέρκος μου από το πολύωρο σκύψιμο πάνω από τον υπολογιστή. Και το κεφάλι μου είναι γεμάτο με τεχνικές πληροφορίες, θρυμματισμένες εικόνες, αποσπάσματα συζητήσεων. Με λίγα λόγια, ο ‘θόρυβος’ βασιλεύει. Αποφασίζω να πάω για ύπνο αλλά πριν πέσω λέω, έτσι για ν΄ αλλάξω λίγο παραστάσεις, να διαβάσω ένα ποίημα. Ανοίγω τα πρόσφατα αγορασμένα “Ποιήματα” του Νίκου Εγγονόπουλου σε μια τυχαία σελίδα και πέφτω πάνω σ’ αυτό:

Το γλωσσάριο των ανθέων

την ποίησιν ή την δόξα;

την ποίηση

το βαλάντιο ή την ζωή;

τη ζωή

Χριστόν ή Βαρραββάν;

Χριστόν

την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;

την Γαλάτεια

την Τέχνη ή τον θάνατο;

την Τέχνη

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;

την Ηρώ

την σάρκα ή τα οστά;

την σάρκα

τη γυναίκα ή τον άνδρα;

τη γυναίκα

το σχέδιον ή το χρώμα;

το χρώμα

την αγάπη ή την αδιαφορία;

την αγάπη

το μίσος ή την αδιαφορία;

το μίσος

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

τον πόλεμο

νυν ή αεί

αεί

αυτόν ή άλλον;

εσένα

το άλφα ή το ω μέγα;

το άλφα

την εκκίνηση ή την άφιξη;

την εκκίνηση

την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς

ν’ αγαπώ

Πέφτω για ύπνο με μαλακωμένη την καρδιά…

“Ευτυχώς, πιο ωραίος κι από Έλληνας”, έγραψε κάποιος στο βιβλίο επισκεπτών της έκθεσης για το Νίκο Εγγονόπουλο, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Για κάποιο λόγο η φράση μου καρφώθηκε στο μυαλό. Εύκολα θα μπορούσα να την ερμηνεύσω με αναφορά στο τώρα. Αλλά ο Εγγονόπουλος αφορά τον περασμένο αιώνα.

Περιδιαβαίνοντας τις δύο αίθουσες με τα έργα του (μια με σχέδια, αγιογραφίες από τον καιρό της μαθητείας στον Κόντογλου, σκηνικά και κουστούμια αρχαίου θεάτρου και χοροδράματος, και μιαν άλλη, μεγαλύτερη, με άφθονους πίνακες και ποιήματα του ζωγράφου) είχα την σαφή αίσθηση ότι ο Εγγονόπουλος αναζητά κι ανακαλύπτει μια Ελληνικότητα. Κάπου στους τοίχους ομολογούσε ο ίδιος πως ανακάλυψε την Ελλάδα μέσω της Δύσης, και βρήκα αυτήν την ομολογία του ενδεικτική της ποιητικής και της ζωγραφικής του.
Στις άτακτες αισθητικές κατηγορίες του μυαλού μου, ο Εγγονόπουλος φέρνει του Ντε Κίρικο. Είναι γιός του ζωγράφου στοχαστή αλλά δεν είναι στοχαστής ο ίδιος.
Τα αρχιτεκτονικά μοτίβα , οι θάλασσες, οι μορφές ανδρείκελα, τα αγάλματα και τα κομμάτια αγαλμάτων, τα διάσπαρτα αντικείμενα που αποκτούν μια συμβολική διάσταση (ο κύβος, ο κώνος η σφαίρα, τα ψάρια κτλ), τα εσωτερικά των δωματίων με τα χάσκοντα παράθυρα, ακόμα κι οι αρθρώσεις των σωμάτων, όλα μου ‘σημαίνουν’ Ντε Κίρικο.

Αλλά δεν είναι.

Ο Εγγονόπουλος άφησε το στοχαστή στο δωμάτιο και βγήκε στον κόσμο να ρεμβάσει και να ερωτευτεί, να μάθει και να διδάξει. Η πρόθεσή του είναι ποιητική, η εκτέλεση αισθητική. Γι αυτό το χρώμα του πλούσιο. Θα μπορούσα να τον πω κολορίστα, γιατί σπάνια σε έργα του δεν συναντάς και τα 7 χρώματα της ίριδας.

Έχοντας σαν γλώσσα τη στοχαστική γλώσσα του Ιταλού, αλλά και της Βυζαντινής τέχνης και με μια αφαίρεση που φαίνεται να έχει καταγωγή στον Παρθένη (που επίσης ομολογει ο ίδιος ως δάσκαλο), ανασκαλεύει την ελληνική μνήμη. Με τα μάτια του Οδυσσέα που γυρίζει σε μια πατρίδα μετά από μάχες κι εξορίες (πήρε μέρος στον Ελληνοιταλικό πόλεμο ενώ τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε ως επί το πλείστον εκτός Ελλάδος). Η ματιά του δεν είναι ματιά πατριδοκάπηλου ή ιστορικού. Δεν τον αφορά το μεγαλείο της φυλής. Δεν είναι Παλαμάς. Δεν εμπνέει κάτι το εθνικό. Είναι απλά ένας άνθρωπος που ψάχνει το μακρινό του είναι. Κι από το σακούλι της συλλογικής μνήμης ανασύρει αντάμα Διόσκουρους και Ρήγα Βελεστινλή, μνήμες της Κατοχής και τον κανόνα του Πολυκλείτου ναύτη άγαλμα στο Πειραιώτικο τοπίο.

Στη ζωγραφική του δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό. Οι εικόνες στροβιλίζονται σε ένα σουρεαλιστικό άνεμο, από μια μόνιμη θύελλα που αναδεύει την ψυχή του ποιητή του Μπολιβάρ. Τα σώματα τέμνονται, λογχίζονται, τη θέση των μελών παίρνουν παράθυρα, καπέλα. Κεφάλια ζώων φυτρώνουν σε ανθρώπινους λαιμούς και χέρια ανεμίζουν σαν κουρέλια στον άνεμο. Σαν να ‘χουν πέσει από άγνωστη θύμηση, ψάρια, μάτια και χέρια με μανικέτια και μανικετόκουμπα, σαν σημεία στίξης, παρεμβάλλονται ανάμεσα στα σώματα. Και τα ρούχα, είτε απλοί μανδύες αρχαιόπρεποι σε ανδρικά κορμιά, είτε περούκες με καπελίνα πάνω από γυμνά γυναικεία στήθη, είτε φουστανέλες, είτε φούστες με φουρώ, γίνονται αφορμές για χρωματικούς λαρυγγισμούς. Στίλποντες, που θα ‘λεγε ο Εμπειρίκος.

Φεύγεις χορτάτος.

Έλεγα να ξεκινήσω το 2008 με κάτι πιο αιθέριο αλλά δεν συναντάω στο δρόμο μου πολλά αιθέρια πράγματα ή πλάσματα. Αντίθετα συναντάω ερείπια, θύματα μια άγνωστης οργής ή αφροσύνης. Όπως το μπλε αυτοκίνητο της φωτογραφίας. Είναι, εκεί κάτω από τη γέφυρα του Καραϊσκάκη πάνω από 2 μήνες τώρα. Από τον τρόπο που είναι αφημένο εικάζω πως μάλλον για κλεμμένο πρόκειται. Κάποιος το παράτησε εκεί αφού το στραπατσάρισε λίγο πρώτα. Ως εδώ πουθενά η είδηση.

16112007207

Η είδηση αρχίζει από το πόσο παραμένει εκεί, σε σημείο που κάθε βδομάδα περνάνε όργανα της τάξης, λόγω του γηπέδου. Δεν είναι κάτι που μπορεί να μην παρατηρήσεις: ένα αμάξι παρκαρισμένο κάθετα. Ανέμενα λοιπόν ότι θα ήταν ζήτημα χρόνου να το μαζέψουν.

Πλανήθηκα πλάνην οικτράν. Όσο πέρναγαν οι μέρες γινόταν φανερό ότι ήταν στα αζήτητα. Δεν ξέρω που πάνε τα αζήτητα αυτοκίνητα. Πίσω στους ιδιοκτήτες τους θα ήταν μια καλή ιδέα, αλλά μάλλον δεν αφορά τον έννομη τάξη μας αυτό.

Η χαρακτηριστική άφεση του αυτοκινήτου στα χέρια της τύχης έγινε αντιληπτή σ’ αυτούς που η τύχη σημαίνει ευκαιρία. Στην προκειμένη περίπτωση η ευκαιρία δεν ήταν ευκαιρία κέρδους, αλλά ζημιάς. Γιατί τ’ αμάξι άρχισε σταδιακά να δείχνει όλο και πιο τρακαρισμένο απ’ ότι ήταν αρχικά: ένα φανάρι έπεσε, έαν τζάμι έσπασε, ένα φτερό βούλιαξε, ένα προφυλακτήρας ξηλώθηκε.

Στις καθημερινές μου διαδρομές παρακολουθούσα με μια μικρή αγανάκτηση αυτό το ρήμαγμα. Κι ίσως αν δεν μου θύμιζε κάτι στο οποίο είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος, ομολογώ πως μπορεί να το είχα αγνοήσει: το να επιτίθεσαι και να καταστρέφεις κάτι που δεν μπορεί να προβάλει αντίσταση μου φαίνεται το αρχέτυπο του bullying, η θρασυδειλία στο υπέρτατο, η ανέξοδη μαγκιά.

Πριν λίγες μέρες η ανέξοδη μαγκιά έφτασε στο αποκορύφωμά της. Μπροστά μου περπατάγαν τρεις έφηβοι. Ο τρίτος ήταν περίπου μισός σε ανάστημα από τους άλλους. Σε απόσταση λίγων βημάτων πίσω και δεξιά μας, οι πιτσιρικάδες αντιλαμβάνονται δυό κορίτσια. Ρίχνουν λαίμαργα βλέμματα, βγάζουν άναρθρες κραυγές αλλά δεν αλλάζουν πορεία. Οκ, ως εδώ. Τεστοστερόνη talking. Το ρημαγμένο αυτοκίνητο είναι πια μπροστά τους. Και τότε γίνεται κάτι που δεν πιστεύω στα μάτια μου ότι βλέπω. Ο μισή-μερίδας, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού κι επίδειξης, παίρνει φόρα, πατά πάνω στο παράθυρο που κανονικά θα έκλεινε το σπασμένο τζάμι( δεν φαίνεται στις φωτογραφίες), και βρίσκεται στην κορυφή του αυτοκινήτου όπου αρχίζει να πηδάει σαν μανιακός βουλιάζοντας την, άθικτη ως τότε, σκεπή περίπου μισό μέτρο. Καθώς παρακολουθώ αποσβολωμένος, ο ψηλός φίλος του πηδάει κι αυτός πάνω στο καπώ και με το βάρος του με μια το διαλύει.

Περήφανοι για το κατόρθωμά τους συνεχίζουν το δρόμο τους σαν να είχαν απλά σβήσει μια γόπα με το παπούτσι. Κι αφήνουν πίσω τους αυτό (η φωτό είναι φλού αλλά παίρνετε ιδέα):

15012008244

Το νούμερο του άτυχου αυτοκινήτου είναι ΥΖΟ 8782. Όποιος γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του ας τον ειδοποιήσει. Κι όποιος γνωρίζει τον Καβάφη ας του πει ότι δεν περιμένουμε πια τους βαρβάρους. Πότε θα ξεκουμπιστούν περιμένουμε.

Απλά είναι πολύ απασχολημένα τον τελευταίο καιρό για να χρησιμοποιούν και μικρόφωνo…

Πριν λίγο καιρό έγραφα για την ταινία “Ερωτική επιθυμία”,  που μ’ είχε συγκινήσει κι αισθητικά και, κυρίως, μ’ αυτήν την παράξενη ιδέα του να λες ένα μυστικό σ’ ένα δέντρο κι ουσιαστικά να το κρύβεις για πάντα εκεί. Είχα κάνει κι ένα παραλληλισμό με την ιδιότυπη εξομολόγηση που λαμβάνει χώρα, εδώ, στα μπλογκ. Είχα ξεχάσει όμως μια περίπτωση πολύ εντυπωσιακή που έχει σχέση ακριβώς με μπλογκ και μυστικά:το μπλογκ PostSecret.com.

Τι κάνει αυτό το μπλογκ ιδιόμορφο κι ενδιαφέρον; Το γεγονός ότι όλες του οι αναρτήσεις (=ποστ, για να συνηθίζουμε και την ελληνική μετάφραση) είναι καρτ ποστάλ αναγνωστών με σχέδια, συνήθως, δικά τους και μ’ ένα μυστικό. Ένα μυστικό που η ψυχή τους ποθεί να εξομολογηθεί αλλά δεν τολμά να το κάνει μπρος σ’ ένα άνθρωπο και γι αυτό το κάνει μπρος την ανώνυμη ανθρωπότητα.

Μίγμα ενοχής και πόνου είναι το μεγαλύτερο μέρος, αλλά μήπως έτσι δεν είναι η ανθρώπινη ζωή;

Τα θυμήθηκα όλα πάλι μ’ αφορμή την έκδοση του 4ου λευκώματος με τα περιεχόμενα του μπλογκ, και ένα βιντεάκι από το Blogger’s buzz που μιλάει γι αυτό. Δεν το κρατάω μυστικό, Σας το παραδίδω…

Ξυπνάει το πρωί με βαρύ κεφάλι πάντα. Τα φάρμακα της περασμένης φταίνε, αλλά δεν το ξέρει. Κοιτάει το δωμάτιο και δεν τ’ αναγνωρίζει. Βουβός πανικός. Με το μάτι πιάνει την κίνηση στο διάδρομο. Αντιλαμβάνονται ότι ξύπνησε. Πρόσωπα χαμογελαστά τη ρωτούν πως είναι, την προτρέπουν ευγενικά να σηκωθεί να ντυθεί. Θέλει να τους ρωτήσει ποιοί είναι, αλλά δεν τολμάει. Ακούει τις προτροπές τους μένοντας ακίνητη ώσπου την αφήνουν ήσυχη πάλι. Ποιοί είναι; Γιατί της μιλούν σα να την γνωρίζουν; Πως βρέθηκε δω; Δεν μπορεί να θυμηθεί…

Κάποια στιγμή σηκώνεται. Σπεύδουν να την ντύσουν. Εκνευρίζεται. Θέλει να κάνει τα πράγματα όπως εκείνη ξέρει. Τι νομίζουν; Ότι είναι καμιά χωριάτα; Ή ότι είναι παιδί; Παιδί; Αλήθεια που είναι τα παιδιά της; Κι η μάνα της; Που είναι η μάνα της; Πόσο καιρό έχει να τη δει. Της έχει λείψει. Θέλει να γυρίσει πίσω στο πατρικό της. Να βρει τη μάνα της. Το μόνο άνθρωπο στον κόσμο που αγαπάει και την αγαπάει τόσο.

Πάει προς την πόρτα αλλά στέκεται, γυρίζει πίσω, παίρνει τη τσάντα της. Βαρειά, μα γεμάτη απαραίτητα. Το μαντήλι της; Που είναι το μαντήλι της; Αδειάζει την τσάντα στο κρεβάττι για να το βρει. Ένας μικρός λόφος σχηματίζεται από πετσετάκια, χαρτομάντηλα, ψαλίδια, μιμπλώ, μια παντόφλα, κάλτσες, κι άλλη παντόφλα, ένα σουβέρ, καρφίτσες, φω μπιζού, μια μπλούζα… Απαραίτητα, όλα απαραίτητα. Πρέπει να τα γυρίσει σπίτι. Να τα πάει στη μάνα της. Να και το μαντήλι. Χαρτομάντηλο. Χρησιμοποιημένο. Μόνο μιά φορά. Καινούργιο.

Τα ξαναβάζει μέσα. Τρέχει προς την πόρτα. Κλειδωμένη. Αυτό είναι λοιπόν; Την έχουν φυλακίσει; Κι αυτά τα χαμόγελα όλο υποκρισία τι τα θέλουν τότε; Θυμώνει. Κλωτσάει την πόρτα λυσσασμένα. Προσπαθούν να τη συγκρατήσουν. Μια γυναίκα ντύνεται βιαστικά. Θα τη συνοδέψει, λέει. Δεν θέλει συνοδεία, αλλά προκειμένου να βγει…

Στο δρόμο κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά. Δεν αναγνωρίζει τίποτα. Έχει ήλιο κι αυτή δεν έχει καπέλο. Προς τα που να πάει; Πως την έσυραν ως εδώ; Που είναι το σπίτι της; Κι αυτή η εκνευριστική γυναίκα δίπλα της που δεν ξέρει να μιλάει, δεν της λέει. Θα ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει την κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Η γυναίκα την ακολουθεί. Πάει να της πάρει την τσάντα για την ελαφρώσει. Αρνείται. Να την κλέψει θέλει. Ποιά είναι αυτή που θέλει να πάρει την τσάντα της; Γιατί έρχεται μαζί της; Να γυρίσει σπίτι, να γυρίσει σπίτι, να βρει τη μάνα της, τον μόνο άνθρωπο που την αγαπά και την καταλαβαίνει. Που είναι το σπίτι; Φτάσανε στην παραλιακή. Που να πάει τώρα; Να ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει. Τραβάει κατά κει. Ο ήλιος καίει. Η τσάντα είναι βαρειά στο χέρι της και το πρησμένο πόδι της αρχίζει να πονάει. Αλλά δεν σταματάει. Ιδρώνει και συνεχίζει. Η γυναίκα ζητάει πάλι να της πάρει την τσάντα. Την αφήνει αλλά έχει το νου της μην απομακρυνθεί. Μην την κλέψει. Περπατάει, ρωτάει, σταματάει και κόβει ένα ματσάκι λουλούδια. Περπατάει. Ρωτάει. Δεν στέκεται. Δεν διψάει. Συνεχίζει. Περνάει ώρα. Ώρες. Κάποτε φτάνει. Έτσι της λένε. Μα εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα. Την κοροϊδεύουν. Που είναι η μάνα της; Που είναι το σπίτι της. Κι αυτοκίνητα. Παντού αυτοκίνητα. “Πήξαμε στ’ αυτοκίνητα”, λέει. Την κορόϊδεψαν. Δεν είναι εδώ το σπίτι της. Δεν είναι εδώ το λιμανάκι με την αμμουδιά. Δεν είναι δω το ταβερνάκι. Δεν βρίσκει τη μάνα της στην κουζίνα. Θα πάει να ψάξει αλλού. Θα το βρει αυτή. Κι ας της το κρύβουν. Κι ας την κοροϊδεύουν όλοι. Όλοι οι άγνωστοι. Που είναι οι γνωστοί της; Γιατί εξαφανίστηκαν; Που είναι οι δικοί της; Που βρίσκονται όλοι; Που βρίσκεται αυτή; Θε μου τι μοναξιά. Δεν υπάρχει κανείς πια οικείος στον κόσμο. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Συνεχίζει να περιπλανιέται χωρίς να ρωτάει πια. Η γυναίκα δίπλα της την κατευθύνει. “Που πάμε;” ρωτάει. “Σπίτι”. “Ναι σπίτι, πάμε σπίτι”.
Φτάνουν αποκαμωμένοι κι οι δύο. Κοιτάζει. Δεν γνωρίζει τίποτα.
“Που μ΄ έφερες;”
“Σπίτι”
“Δεν είν’ αυτό το σπίτι μου”
“Εδώ είναι”
“Δεν είναι”

Κάποιος πλησιάζει. Κάτι της θυμίζει. Της λέει να ανέβουν μαζί. Ποιός είναι; Φίλος; Αδελφός; Γυιός; Δειλιάζει. Αφήνεται να την τραβήξουν μέσα. Άγνωστες κάμαρες πάλι. Δεν θέλει κι άλλες άγνωστες κάμαρες. Θέλει να φύγει.
΄Κάτσε να ξημερώσει πρώτα’, της λένε.
Κοιτάζει έξω. Σκοτάδι. Φοβάται το σκοτάδι. Που να πάει μες στο σκοτάδι. Θα μείνει μέχρι το πρωί. Την καθίζουν στο τραπέζι. Πίνει νερό. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα ποτήρια. Πόσο διψάει! Μαζί με το πέμπτο της δίνουν και μια χούφτα χάπια.
“Τι είναι αυτά;”
“Τα χάπια σου”
“Τα χάπια μου;”
“Τα χάπια σου”
“Για τι είναι; Δεν έχω τίποτα”
“Για το πόδι που πονάει” της λένε γιατί δεν μπορούν να της πουν πως το Aricept είναι γι ασθενείς με Alzheimer…

Έχω ακούσει πολλές φορές την ανερμάτιστη δήλωση πως η Ελλάδα έχει μόνο πολιτισμό να εξάγει. Ακόμα κι αν μιλάμε για πολιτιστικές παραγωγές η δήλωση είναι βασικά ψευδής. Αλλά είναι ψευδέστατη όταν αναφερόμαστε στην ουσία του πολιτισμού.

Και ποια είναι αυτή;

Νομίζω πως πολιτισμός πρέπει να θεωρείται ότι συνθέτει την κατάσταση που διαφοροποιεί την ανθρώπινη ζωή από την  απλή βιολογική επιβίωση  του ζώου.

Στον πολιτισμό υπάρχει η έννοια της ανθρώπινης επικοινωνίας και συν-εννόησης. Οι  σκέψεις μου γεννήθηκαν μετά την επιστροφή από μικρής διάρκειας ταξίδι στο εξωτερικό όπου συνειδητοποίησα την ύπαρξη αυτού του βασικού επιπέδου πολιτισμού, σε χώρα όχι από τις μεγαλόσχημες κρατούσες.

Ζώντας στην Ελλάδα βρίσκεσαι συνεχώς σε ένα αγώνα με τους άλλους. Η ελληνική κοινωνία είναι σταθερά αντίπαλος σε κάθε βήμα: από την ουρά στη δημόσια υπηρεσία  που σπρώχνεσαι και στην πρώτη ευκαιρία παραγκωνίζεσαι, από τους δρόμους που η μικρή σου καθυστέρηση θα σου δώσει στην καλύτερη περίπτωση ένα υβρεολόγιο και στην χειρότερη ένα ατύχημα, από τις συνομιλίες στις καθημερινές συναναστροφές όπου πρέπει να διακόψεις τον άλλο για να ακουστείς ή να σηκώσεις τη φωνή σου ως το Έβερεστ, από το απλό ευχαριστώ που σπάνια ακούγεται ή προφέρεται στις μικροδοσοληψίες μας, από τα συνεχή εμπόδια στο δρόμο που βαδίζουμε, είτε σκουπίδια λέγονται αυτά,είτε αυτοκίνητα παρκαρισμένα ως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι…

Ο πολιτισμός πρέπει να κατατείνει στο απλό καθημερινό αίσθημα ηρεμίας και ασφάλειας, απαραίτητο για ψύχραιμη σκέψη και δημιουργική εργασία, για διάθεση και πρωτοβουλία. Θεωρεί κανείς ότι τα διαθέτουμε;

Η Ελλάδα έχει μεγάλη ανάγκη εισαγωγής πολιτισμού.  Κι αυτό το ισοζύγιο ευχαρίστως θα το έβλεπα αρνητικά ανισοσκέλιστο.

-Δεν νομίζεις ότι το παρακάνεις με τόσες ώρες που περνάς στον υπολογιστή;
-…
-Δε σου ζητάω να μην ασχολείσαι, αλλά εσύ ξημεροβραδιάζεσαι.
-…
-Δεν έχεις κάτι να πεις;
-Δίκιο έχεις αλλά…
-Αλλά τι; Δεν θες δηλαδή ποτέ να κάτσουμε έτσι λίγο χωρίς να κάνουμε τίποτα; Ή να βγούμε μια απρογραμμάτιστη βόλτα; Ή να μιλήσουμε; Ή,(χαμογελάει πονηρά) ξέρεις…
-Οκ, πάμε (χαμογελάει πονηρά).
-Α, όχι έτσι. Όχι να στο λέω εγώ.
-Καλά, πάμε μια βόλτα τότε.
-Δεν γίνεται.
-Εντάξει, κάτσε τότε λίγο μαζί μου κι ας μη μιλάμε.
-Δεν μπορώ.
-Μα, τότε ας μιλήσουμε τέλος πάντων.
-Όχι τώρα.
-Γιατί όχι τώρα. Είναι μια χαρά ευκαιρία.
-Δεν μπορώ σου λέω.
-Γιατί;
-Αρχίζει η αγαπημένη μου σειρά στην τηλεόραση…

Διαβάζω τις
τελευταίες 4 μέρες διάφορα ποστ για τη συγκέντρωση της Τετάρτης
γραμμένα πριν και μετά. Φίλοι και γνωστοί αλλά και άγνωστοι αναλώνονταν
σε δηλώσεις τύπου “δεν θα πάω γιατί…”, ή ” δεν έχει νόημα, μήνυμα κτλ”
ή “πήγα και είδα διάφορους να κάθονται και να κουβεντιάζουνε μόνο”, ή
“μας – σας – τους καπελώσαν”, ή “σιγά μην ιδρώσουν οι υπεύθυνοι”, ή …

Επειδή η πλειονότητα των μπλογκερ που κατέκριναν ή κατακρίνουν τη
συγκέντωση (κι όλα τα παρεμφερή) είναι άνθρωποι, κατά την εκτίμησή μου,
καλών προθέσεων, θέλω να πω δυο πράγματα μήπως και συμβάλλω ν’ αλλάξουν
κάποιες θέσεις και κάποιες εντυπώσεις.

  • Δεν αλλάζει ο κόσμος με μια συγκέντρωση. Δεν αλλάζει ούτε με δέκα.
    Εδώ δεν άλλαξε με επαναστάσεις. Το ξέρουμε. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει
    να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Αν θέλετε να ενεργοποιηθείτε μέσα από
    παραδοσιακά κανάλια, δικαίωμά σας. Αλλά μη στερείτε σ’ αυτό τον κατά
    πλειοψηφία ανένταχτο κόσμο την ευκαιρία και το δικαίωμα να βγει μια
    φορά να πει την αποψή του και, γιατί όχι, να μετρήσει τις δυνάμεις του.
  • Το να προκαλείς μια συγκέντρωση χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, είναι
    νέο, ολοκαίνουργιο κι ολόφρεσκο για την Ελλάδα. Είναι χτεσινό.
    Περιμένετε να δείτε που μπορεί να πάει και συμβάλλετε υποδεικνύοντας
    κατευθύνσεις. Μπορεί να μη βγάλει πουθενά αλλά μην το προεξοφλείτε αν
    δεν έχετε κόψει κάθε σχέση με την ελπίδα.
  • Μην μεταφράζετε την απαισιοδοξία σας σε πολιτικό λόγο. Γιατί η
    πολιτική είναι βασικά θέληση κι όποιος κάνει μπαντιέρα την
    απαισιοδοξία, απλά παραδίδει τα ινία σ’ αυτούς που έχουν θέληση για το
    στραβό. Και κυρίως μη βαπτίζετε την αδράνειά σας, απαισιοδοξία. Γιατί ο
    απαισιόδοξος απλά δεν ξέρει που να αναζητήσει την ελπίδα, ενώ ο αδρανής
    προσπαθεί ν’ αποφύγει να την συναντήσει.
  • Δεν υπάρχει τέλος και γρήγορη κατάληξη στον αγώνα. Στον κάθε αγώνα.
    Είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση. Όλα χρειάζεται να καθηλώνονται και
    να ξαναστήνονται πολλές φορές. That’s the way it works. Μια πτώση δεν
    είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει άνοδος και μια ήττα δεν είναι το τέλος
    κάθε πολέμου.
  • Μην αναμασάτε το τι σας προσφέρει ο τύπος σαν πληροφορία. Μπορείτε
    να κάνετε τη διαφορά συνεισφέροντας τα κομμάτια της αλήθειας που εσείς
    και μόνο εσείς γνωρίζετε. Κι έχετε τις δυνάμεις να το κάνετε, το έχετε
    πολλαπλά αποδείξει.
  • Τέλος, μην ξεχνάτε ότι οι αντίπαλοι δεν είναι οι άλλοι μπλογκερς
    που έχουν αντίθετη άποψη αλλά αυτοί που έχουν κάψει την Ελλάδα τώρα και
    τα μπατζάκια σας αύριο.

Αναδημοσίευση από το metablogging.gr

No post today, the air has gone away

The burned tree stands forlorn, a symbol of  us all

No post today, it seems a common sight

But bloggers surfing by don’t know the reason why

How could they know just what this message means

The end of our hopes, the end of all our dreams

How could they know the forests there had been

The groves, the hills, the villages we’ d seen…

(Μια αυθόρμητη παραλλαγή στο No Milk today των Herman Hermits)

Ο κύριος κατέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες στο σταθμό του Μετρό στο Μοναστηράκι και στάθηκε να περιμένει. Οκτώ λεπτά αναμονής έδινε ο φωτεινός πίνακας και κατεύθυνση αεροδρόμιο. Η κατεύθυνση δεν τον απασχολούσε μιας και θα  κατέβαινε σε λίγες στάσεις, αλλά αυτός ο κόσμος… Κι Αυγουστιάτικα! Μεσοκαλόκαιρο! Ήταν οι τουρίστες βλέπεις που κάναν τη διαφορά.

Περίμενε μοιρολατρικά σ’ ένα παγκάκι κι όταν άκουσε τον ήχο του συρμού από μακρυά, σηκώθηκε και τοποθετήθηκε ‘στρατηγικά’ σε ένα σημείο που είχε μαρκάρει από περασμένη φορά ότι εκεί άνοιγε πόρτα.

Όντως, η πόρτα άνοιξε ακριβώς μπροστά του κι έτσι κατέλαβε πρώτος τη μια από τις τρεις κενές θέσεις του βαγονιού.  Μόλις έκατσε ταχτοποίησε κάποιες ζάρες στο πουκάμισό του, κούμπωσε ένα κουμπί που είχε ανοίξει, σήκωσε λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού για να παίρνει αέρα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κλείνοντας μέσα το μικρό τσαντάκι, αυτήν την παλιομοδίτικη σαχλαμάρα που κουβαλούσε μαζί του εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Του το είχαν κάνει δώρο όταν απολύθηκε από το στρατό, και συντηρητικός καθώς ήταν, δεν το άλλαξε.

Καθώς το τραίνο ξεκίνησε, ξεκίνησε και το μυαλό του να κάνει το συνηθισμένο προγραμματισμό: Τι θα έτρωγε το μεσημέρι; Τι το βράδυ; Τι έπρεπε να ψωνίσει; Χρειαζόταν να βάλει καμιά μπουγάδα; Είχε απορρυπαντικό; Χρειαζόταν να σιδερώσει κανένα πουκάμισο; Είχε απεσταγμένο νερό για το σίδερο; Τα ίδια πράγματα σκεφτόταν κάθε μέρα, τα ίδια γυρόφερνε στο μυαλό του από τότε που πέθανε η μάνα του και πάντα κατέληγε στο μελαγχολικό συμπέρασμα: “Τι κρίμα που δεν παντρεύτηκα”.

Στο Σύνταγμα, ο νεαρός με τα ακουστικά  στ’ αυτιά που καθόταν δίπλα του σηκώθηκε και τη θέση του πήρε μια ταλαιπωρημένη γυναίκα από το πλήθος που εισέβαλε. Πρέπει να πλησίαζε τα σαράντα κι είχε ακόμα τα ίχνη μιας παλιάς ομορφιάς κρυμμένα κάτω από την ατημέλητη εμφάνιση.  Φορούσε ένα τσαλακωμένο πρασινωπό φόρεμα, και κάποιο είδος σανδάλια. Κάθισε κι έβγαλε ένα μικρό ήχο ανακούφισης, σημάδι ότι παρότι πρωί, ήταν κι όλας κουρασμένη.

Ήταν όντως. Χρόνια τώρα. Aπό τότε που την πάντρεψαν μ’ αυτόν τον άθλιο κρεατέμπορα. Έφυγε βέβαια από το χωριό κι ήρθε στην Αθήνα λόγω του γάμου, αλλά ποτέ να μη έσωνε. Τι την κρατούσε και δεν χώριζε τόσα χρόνια; Φοβόταν. Ο άντρας της ήταν βίαιος, μπορούσε να γίνει πιο βίαιος, κι αυτή δεν ήξερε πόσο, κι ένοιωσε το σημάδι στο μπράτσο της να την καίει. Την είχε τραβήζει  τόσο δυνατά τις προάλλες που μελάνιασε. Ασυναίσθητα το γύρισε από την άλλη μεριά για να μην φαίνεται. Και με την κίνηση το σώμα της μετατοπίστηκε ελαφρά, έτσι που το γυμνό δέρμα του δεξιού χεριού, εκεί περίπου που τελείωνε το κοντό μανίκι του φορέματος, ακούμπησε τον διπλανό της στο ίδιο πάνω κάτω σημείο.

Ο κύριος ένοιωσε το ζεστό δέρμα να εφάπτεται απαλά στο δικό του σ’ ένα τόσο δα μικρούλι σημείο, τόσο γλυκό κι ευχάριστο,που, παρά τον άμεσο συναγερμό να τραβηχτεί, αφέθηκε εκεί για να απολαύσει μια δυο στιγμές ακόμα το αθέλητο άγγιγμα. Σφίχτηκε μάλλον, κι η έκφρασή του πρόδιδε τη μικρή ανομία. Η γυναίκα με την διαίσθησή της κατάλαβε την υφαρπαγή της τρυφερότητάς της κι ετοιμάστηκε κι αυτή να τραβηχτεί. Αλλά κάτι την κράτησε. Κοίταξε με την άκρη του ματιού τον διπλανό της. Κάτω από την άκομψη συντηρητική εμφάνιση διέκρινε μερικά ευχάριστα ανδρικά χαρακτηριστικά. Ένα μίγμα δύναμης κι αδυναμίας κάτι που βγάζει στις γυναίκες το μητρικό εαυτό. Κατάλαβε αμέσως ότι πρόκειτο για εργένη. Το επιβεβαίωσε με ένα κρυφοκοίταγμα στα χέρια  του των οποίων κανένα δάκτυλο δεν έφερε βέρα. Ποτέ δεν είχε ‘γνωρίσει’ άλλον άνδρα από τον άνδρα της. Πως να είναι άραγε; Μπορούσαν οι άνδρες να είναι τρυφεροί; Να χαϊδεύουν όχι μόνο γεννητικά όργανα αλλά και μαλλιά και χέρια; Τι όμορφα που θάταν, σκέφτηκε, και η αίσθηση της επιδερμίδας του διπλανού της έγινε γλυκειά και οικεία ξαφνικά.

Το τραίν0 συνέχισε τη διαδρομή του φασαριόζικα. Σε κάποια τραντάγματα έκανε το άγγιγμα των δύο συνταξιδιωτών πιο στενό, σε κάποια άλλα σχεδόν το έλυνε. Μικρές ηδονές ανέβλυζαν και στους δύο στην πρώτη περίπτωση, μικροί πανικοί στη δεύτερη.

Ο κύριος κοίταζε την συνεπιβάτιδά του μέσα από το τζάμι κι όσο την κοίταζε του άρεσε. Παρά το αχνό της αντανάκλασης, διέκρινε την κούραση και τον πόνο στο πρόσωπο. Κι αυτό του προξενούσε μια διάθεση τρυφερότητας.

Ναι, πραγματικά του άρεσε!

Τι καλά που θάταν να την γνώριζε. Να της μιλούσε…

Κι εκείνη, παρασυρμένη από την απρόσμενη μικροσκοπική ζεστασιά του τυχαίου αγγίγματος,  σκεφτόταν πως της χρειαζόταν ένας άντρας με λίγη, όχι πολύ, λίγη τρυφερότητα. Να γευτεί η ψυχούλα της αυτό τον καρπό που είχε ξεχάσει από τα παιδικάτα της. Να μπορεί να αφεθεί λίγο…

“ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ, ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ”, είπε η γυναικεία φωνή στο μεγάφωνο κι η κρυφή απτική ‘ασυδοσία’ έλαβε τέλος.

Ο άνδρας σηκώθηκε, έπρεπε να κατέβει.

Εκείνη παραμέρισε ευγενικά για να περάσει.

Εκείνος την ευχαρίστησε.

Εκείνη του χαμογέλασε.

Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα με την καρδιά του να χτυπάει πιο έντονα.

Εκεινής το χαμόγελο πάγωσε αργά.

Εκείνος θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά ντράπηκε.

Εκείνη θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά συγκρατήθηκε.

Εκείνος κατέβηκε.

Εκείνη συνέχισε.

Και το αθέλητο χάδι έμεινε μετέωρο στην υπόγεια διαδρομή…

Το νερό είναι η βάση της ζωής, γνωστόν τοις πάσι. Δεν είναι μυστήριο. Το μυστήριο είναι πως δεν μοιράζονται αυτή την ανάγκη όλα τα έμβια με τον ίδιο τρόπο. Τα ψάρια π.χ. δεν έχουν μόνο νερό μέσα τους αλλά και γύρω τους. Κάτι πιγκουϊνοι δεν κολυμπάνε μόνο μες το νερό, αλλά το περπατάνε κι όλας κάνοντας τους Χριστούς εκ του ασφαλούς γιατί περπατάνε σε νερό πάγο. Τα ερπετά έχουν στις τάξεις τους διαπρεπείς νερίβιους τύπους: κάτι κροκόδειλους, κάτι χελώνες, κάτι νερόφιδα…
Παχύδερμα θηλαστικά, όπως ο ιπποπόταμος, αρέσκονται να τσαλαβουτάνε ολημερίς (καλά έχει και 90% χώμα αυτό το νερό αλλά μην το κάνουμε θέμα). Φαντάζομαι πως οι βιολόγοι τάχουν μελετήσει λεπτομερώς αυτά και δεν θα μπω στα χωράφια τους.
Εγώ θέλω να ερευνήσω ένα φαινόμενο που αφορά το ανθρώπινο είδος. Συγκεκριμένα, τη διαφορετική σχέση με το νερό που έχουν τα φύλα. Μάλιστα, υπάρχει μια χρονολογία ορόσημο στην απόκλιση των συμπεριφορών αναφορικά με το νερό, αλλά θα το δούμε παρακάτω.
Τυχαίο παρατηρησιακό δείγμα από ένα ανθρώπινο πλήθος φανερώνει τα εξής:
Κανένας άνδρας δεν κρατάει μπουκαλάκι με νερό, παρεκτός κι αν είναι τουρίστας σε παραλία αιγαιοπελαγίτικη που το ψηλώτερο δέντρο που έχει δει (η παραλία) είναι το γαϊδουράγκαθο.
Μια στις δύο γυναίκες έχει στην τσάντα της μπουκαλάκι με νερό, το οποίο χρησιμοποιεί τακτικά αλλά φειδωλά. Και πάντα καταφέρνει να φθάσει όπου πάει διεθέτοντας και υπόλοιπο.

Μυστήριο μέγα!

Πως εξηγείται αυτή η τρομακτική διαφορά στα φύλα; Είναι ξενέρωτες οι γυναίκες και με το μπουκαλάκι έρχονται στα ίσια τους; Είναι ξεροί οι άντρες κι έτσι θα μείνουν για πάντα; Αδυνατώ να δώσω επιστημονική ή μεταφυσική εξήγηση.
Αλλά εκεί που μπερδεύομαι περισσότερο είναι με την ιστορική διάσταση του προβλήματος: πριν εφευρεθεί το πλαστικό μπουκαλάκι με το νερό τι κάναν οι μισές γυναίκες; Τρέχαν στο πλησιέστερο πηγάδι;;;
Πως ικανοποιούσαν αυτή την αδήριτη βιολογική ανάγκη; Μήπως οι σύγχρονες γυναίκες είναι προϊόν μετάλλαξης; Ή εξέλιξης, όπως θέλετε πάρτε το.
Να αποτολμήσω τη σεξουαλική ερμηνεία ότι δύσκολα πια ‘υγραίνονται’;

Σκότος μέγα, κι έτσι θα μείνει αν δεν σπεύσετε να με διαφωτίσετε αγαπητές μου κυρίες.

Powered by ScribeFire.

Στη γειτονιά μου κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια δυο κλοσάρ. Ο ένας πιο παλιός στην περιοχή από τον άλλο, αλλά πιο νέος στην ηλικία. Αδύνατος, με σκαμμένο πρόσωπο όσο μπορούσες να διακρίνεις κάτω από τα άγρια γένια. Ζητιανεύει στο φανάρι σε ήπιο ανταγωνισμό με τον Άλη, τον Αιγύπτιο που καθαρίζει τζάμια. Συνήθως δεν ζητάει λεφτά αλλά τσιγάρα. Πάντως ότι λεφτά πιάνει, πάνε σε μπουκάλες κρασί ή σε φτωχικό κολλατσιό.

Αυτό το φτωχικό κολλατσιό τον έβλεπα τελευταία να μοιράζεται με τον άλλο, τον πιο παχύ, πιο ηλικιωμένο και πιο ξανθογένη, που είχε πάντα δυο μεγάλα σκυλιά μαζί, δεμένα με πρόχειρα λουριά.

Στις πρωινές διαδρομές για το μετρό, έπαιρνε το μάτι μου τους τέσσερις να κάθονται στο σκιερό πεζούλι του μικρού πάρκου, έχοντας μπροστά απλωμένα ψωμί, φέτα και καμιά κονσέρβα. Ά και κρασί, μην ξεχνιόμαστε. Αυτό που έκανε εντύπωση, ήταν ότι παρά το πρωινό της ώρας, φαίνονταν να γευματίζουν κανονικά. Κι όχι σιωπηλά. Γιατί μόνιμα τους συντρόφευε ένα μικρό τρανζιστοράκι, μικρή εύθυμη νότα και για τη δική μου διαδρομή.

Είχα τόσο συνηθίσει τις εικόνες τους, που τις θεωρούσα αναπόσπαστο κουλέρ λοκάλ της γειτονιάς. Φαίνεται όμως ότι αυτό το ‘τοπικό χρώμα’ έκρυβε ενοχλητικές ιδιότητες. Κι έτσι ήρθε σαν σοκ σήμερα η είδηση από τον θείο μου:

“Τον ξέρεις αυτόν τον Πολωνό με τα σκυλιά που ζητιάνευε στο σταθμό;”

“Πολωνός είναι; Ναι, τον έχω δει.”

“Ε, τον σκότωσαν”

“Τι λες; Ποιος να σκοτώσει ένα κλοσάρ και γιατί;”

“Ξέρω γώ; Τον βρήκαν πυροβολημένο, κι αυτόν και τα σκυλιά!”

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »