Ο κύριος κατέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες στο σταθμό του Μετρό στο Μοναστηράκι και στάθηκε να περιμένει. Οκτώ λεπτά αναμονής έδινε ο φωτεινός πίνακας και κατεύθυνση αεροδρόμιο. Η κατεύθυνση δεν τον απασχολούσε μιας και θα  κατέβαινε σε λίγες στάσεις, αλλά αυτός ο κόσμος… Κι Αυγουστιάτικα! Μεσοκαλόκαιρο! Ήταν οι τουρίστες βλέπεις που κάναν τη διαφορά.

Περίμενε μοιρολατρικά σ’ ένα παγκάκι κι όταν άκουσε τον ήχο του συρμού από μακρυά, σηκώθηκε και τοποθετήθηκε ‘στρατηγικά’ σε ένα σημείο που είχε μαρκάρει από περασμένη φορά ότι εκεί άνοιγε πόρτα.

Όντως, η πόρτα άνοιξε ακριβώς μπροστά του κι έτσι κατέλαβε πρώτος τη μια από τις τρεις κενές θέσεις του βαγονιού.  Μόλις έκατσε ταχτοποίησε κάποιες ζάρες στο πουκάμισό του, κούμπωσε ένα κουμπί που είχε ανοίξει, σήκωσε λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού για να παίρνει αέρα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κλείνοντας μέσα το μικρό τσαντάκι, αυτήν την παλιομοδίτικη σαχλαμάρα που κουβαλούσε μαζί του εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Του το είχαν κάνει δώρο όταν απολύθηκε από το στρατό, και συντηρητικός καθώς ήταν, δεν το άλλαξε.

Καθώς το τραίνο ξεκίνησε, ξεκίνησε και το μυαλό του να κάνει το συνηθισμένο προγραμματισμό: Τι θα έτρωγε το μεσημέρι; Τι το βράδυ; Τι έπρεπε να ψωνίσει; Χρειαζόταν να βάλει καμιά μπουγάδα; Είχε απορρυπαντικό; Χρειαζόταν να σιδερώσει κανένα πουκάμισο; Είχε απεσταγμένο νερό για το σίδερο; Τα ίδια πράγματα σκεφτόταν κάθε μέρα, τα ίδια γυρόφερνε στο μυαλό του από τότε που πέθανε η μάνα του και πάντα κατέληγε στο μελαγχολικό συμπέρασμα: “Τι κρίμα που δεν παντρεύτηκα”.

Στο Σύνταγμα, ο νεαρός με τα ακουστικά  στ’ αυτιά που καθόταν δίπλα του σηκώθηκε και τη θέση του πήρε μια ταλαιπωρημένη γυναίκα από το πλήθος που εισέβαλε. Πρέπει να πλησίαζε τα σαράντα κι είχε ακόμα τα ίχνη μιας παλιάς ομορφιάς κρυμμένα κάτω από την ατημέλητη εμφάνιση.  Φορούσε ένα τσαλακωμένο πρασινωπό φόρεμα, και κάποιο είδος σανδάλια. Κάθισε κι έβγαλε ένα μικρό ήχο ανακούφισης, σημάδι ότι παρότι πρωί, ήταν κι όλας κουρασμένη.

Ήταν όντως. Χρόνια τώρα. Aπό τότε που την πάντρεψαν μ’ αυτόν τον άθλιο κρεατέμπορα. Έφυγε βέβαια από το χωριό κι ήρθε στην Αθήνα λόγω του γάμου, αλλά ποτέ να μη έσωνε. Τι την κρατούσε και δεν χώριζε τόσα χρόνια; Φοβόταν. Ο άντρας της ήταν βίαιος, μπορούσε να γίνει πιο βίαιος, κι αυτή δεν ήξερε πόσο, κι ένοιωσε το σημάδι στο μπράτσο της να την καίει. Την είχε τραβήζει  τόσο δυνατά τις προάλλες που μελάνιασε. Ασυναίσθητα το γύρισε από την άλλη μεριά για να μην φαίνεται. Και με την κίνηση το σώμα της μετατοπίστηκε ελαφρά, έτσι που το γυμνό δέρμα του δεξιού χεριού, εκεί περίπου που τελείωνε το κοντό μανίκι του φορέματος, ακούμπησε τον διπλανό της στο ίδιο πάνω κάτω σημείο.

Ο κύριος ένοιωσε το ζεστό δέρμα να εφάπτεται απαλά στο δικό του σ’ ένα τόσο δα μικρούλι σημείο, τόσο γλυκό κι ευχάριστο,που, παρά τον άμεσο συναγερμό να τραβηχτεί, αφέθηκε εκεί για να απολαύσει μια δυο στιγμές ακόμα το αθέλητο άγγιγμα. Σφίχτηκε μάλλον, κι η έκφρασή του πρόδιδε τη μικρή ανομία. Η γυναίκα με την διαίσθησή της κατάλαβε την υφαρπαγή της τρυφερότητάς της κι ετοιμάστηκε κι αυτή να τραβηχτεί. Αλλά κάτι την κράτησε. Κοίταξε με την άκρη του ματιού τον διπλανό της. Κάτω από την άκομψη συντηρητική εμφάνιση διέκρινε μερικά ευχάριστα ανδρικά χαρακτηριστικά. Ένα μίγμα δύναμης κι αδυναμίας κάτι που βγάζει στις γυναίκες το μητρικό εαυτό. Κατάλαβε αμέσως ότι πρόκειτο για εργένη. Το επιβεβαίωσε με ένα κρυφοκοίταγμα στα χέρια  του των οποίων κανένα δάκτυλο δεν έφερε βέρα. Ποτέ δεν είχε ‘γνωρίσει’ άλλον άνδρα από τον άνδρα της. Πως να είναι άραγε; Μπορούσαν οι άνδρες να είναι τρυφεροί; Να χαϊδεύουν όχι μόνο γεννητικά όργανα αλλά και μαλλιά και χέρια; Τι όμορφα που θάταν, σκέφτηκε, και η αίσθηση της επιδερμίδας του διπλανού της έγινε γλυκειά και οικεία ξαφνικά.

Το τραίν0 συνέχισε τη διαδρομή του φασαριόζικα. Σε κάποια τραντάγματα έκανε το άγγιγμα των δύο συνταξιδιωτών πιο στενό, σε κάποια άλλα σχεδόν το έλυνε. Μικρές ηδονές ανέβλυζαν και στους δύο στην πρώτη περίπτωση, μικροί πανικοί στη δεύτερη.

Ο κύριος κοίταζε την συνεπιβάτιδά του μέσα από το τζάμι κι όσο την κοίταζε του άρεσε. Παρά το αχνό της αντανάκλασης, διέκρινε την κούραση και τον πόνο στο πρόσωπο. Κι αυτό του προξενούσε μια διάθεση τρυφερότητας.

Ναι, πραγματικά του άρεσε!

Τι καλά που θάταν να την γνώριζε. Να της μιλούσε…

Κι εκείνη, παρασυρμένη από την απρόσμενη μικροσκοπική ζεστασιά του τυχαίου αγγίγματος,  σκεφτόταν πως της χρειαζόταν ένας άντρας με λίγη, όχι πολύ, λίγη τρυφερότητα. Να γευτεί η ψυχούλα της αυτό τον καρπό που είχε ξεχάσει από τα παιδικάτα της. Να μπορεί να αφεθεί λίγο…

“ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ, ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ”, είπε η γυναικεία φωνή στο μεγάφωνο κι η κρυφή απτική ‘ασυδοσία’ έλαβε τέλος.

Ο άνδρας σηκώθηκε, έπρεπε να κατέβει.

Εκείνη παραμέρισε ευγενικά για να περάσει.

Εκείνος την ευχαρίστησε.

Εκείνη του χαμογέλασε.

Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα με την καρδιά του να χτυπάει πιο έντονα.

Εκεινής το χαμόγελο πάγωσε αργά.

Εκείνος θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά ντράπηκε.

Εκείνη θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά συγκρατήθηκε.

Εκείνος κατέβηκε.

Εκείνη συνέχισε.

Και το αθέλητο χάδι έμεινε μετέωρο στην υπόγεια διαδρομή…

Το νερό είναι η βάση της ζωής, γνωστόν τοις πάσι. Δεν είναι μυστήριο. Το μυστήριο είναι πως δεν μοιράζονται αυτή την ανάγκη όλα τα έμβια με τον ίδιο τρόπο. Τα ψάρια π.χ. δεν έχουν μόνο νερό μέσα τους αλλά και γύρω τους. Κάτι πιγκουϊνοι δεν κολυμπάνε μόνο μες το νερό, αλλά το περπατάνε κι όλας κάνοντας τους Χριστούς εκ του ασφαλούς γιατί περπατάνε σε νερό πάγο. Τα ερπετά έχουν στις τάξεις τους διαπρεπείς νερίβιους τύπους: κάτι κροκόδειλους, κάτι χελώνες, κάτι νερόφιδα…
Παχύδερμα θηλαστικά, όπως ο ιπποπόταμος, αρέσκονται να τσαλαβουτάνε ολημερίς (καλά έχει και 90% χώμα αυτό το νερό αλλά μην το κάνουμε θέμα). Φαντάζομαι πως οι βιολόγοι τάχουν μελετήσει λεπτομερώς αυτά και δεν θα μπω στα χωράφια τους.
Εγώ θέλω να ερευνήσω ένα φαινόμενο που αφορά το ανθρώπινο είδος. Συγκεκριμένα, τη διαφορετική σχέση με το νερό που έχουν τα φύλα. Μάλιστα, υπάρχει μια χρονολογία ορόσημο στην απόκλιση των συμπεριφορών αναφορικά με το νερό, αλλά θα το δούμε παρακάτω.
Τυχαίο παρατηρησιακό δείγμα από ένα ανθρώπινο πλήθος φανερώνει τα εξής:
Κανένας άνδρας δεν κρατάει μπουκαλάκι με νερό, παρεκτός κι αν είναι τουρίστας σε παραλία αιγαιοπελαγίτικη που το ψηλώτερο δέντρο που έχει δει (η παραλία) είναι το γαϊδουράγκαθο.
Μια στις δύο γυναίκες έχει στην τσάντα της μπουκαλάκι με νερό, το οποίο χρησιμοποιεί τακτικά αλλά φειδωλά. Και πάντα καταφέρνει να φθάσει όπου πάει διεθέτοντας και υπόλοιπο.

Μυστήριο μέγα!

Πως εξηγείται αυτή η τρομακτική διαφορά στα φύλα; Είναι ξενέρωτες οι γυναίκες και με το μπουκαλάκι έρχονται στα ίσια τους; Είναι ξεροί οι άντρες κι έτσι θα μείνουν για πάντα; Αδυνατώ να δώσω επιστημονική ή μεταφυσική εξήγηση.
Αλλά εκεί που μπερδεύομαι περισσότερο είναι με την ιστορική διάσταση του προβλήματος: πριν εφευρεθεί το πλαστικό μπουκαλάκι με το νερό τι κάναν οι μισές γυναίκες; Τρέχαν στο πλησιέστερο πηγάδι;;;
Πως ικανοποιούσαν αυτή την αδήριτη βιολογική ανάγκη; Μήπως οι σύγχρονες γυναίκες είναι προϊόν μετάλλαξης; Ή εξέλιξης, όπως θέλετε πάρτε το.
Να αποτολμήσω τη σεξουαλική ερμηνεία ότι δύσκολα πια ‘υγραίνονται’;

Σκότος μέγα, κι έτσι θα μείνει αν δεν σπεύσετε να με διαφωτίσετε αγαπητές μου κυρίες.

Powered by ScribeFire.

Στη γειτονιά μου κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια δυο κλοσάρ. Ο ένας πιο παλιός στην περιοχή από τον άλλο, αλλά πιο νέος στην ηλικία. Αδύνατος, με σκαμμένο πρόσωπο όσο μπορούσες να διακρίνεις κάτω από τα άγρια γένια. Ζητιανεύει στο φανάρι σε ήπιο ανταγωνισμό με τον Άλη, τον Αιγύπτιο που καθαρίζει τζάμια. Συνήθως δεν ζητάει λεφτά αλλά τσιγάρα. Πάντως ότι λεφτά πιάνει, πάνε σε μπουκάλες κρασί ή σε φτωχικό κολλατσιό.

Αυτό το φτωχικό κολλατσιό τον έβλεπα τελευταία να μοιράζεται με τον άλλο, τον πιο παχύ, πιο ηλικιωμένο και πιο ξανθογένη, που είχε πάντα δυο μεγάλα σκυλιά μαζί, δεμένα με πρόχειρα λουριά.

Στις πρωινές διαδρομές για το μετρό, έπαιρνε το μάτι μου τους τέσσερις να κάθονται στο σκιερό πεζούλι του μικρού πάρκου, έχοντας μπροστά απλωμένα ψωμί, φέτα και καμιά κονσέρβα. Ά και κρασί, μην ξεχνιόμαστε. Αυτό που έκανε εντύπωση, ήταν ότι παρά το πρωινό της ώρας, φαίνονταν να γευματίζουν κανονικά. Κι όχι σιωπηλά. Γιατί μόνιμα τους συντρόφευε ένα μικρό τρανζιστοράκι, μικρή εύθυμη νότα και για τη δική μου διαδρομή.

Είχα τόσο συνηθίσει τις εικόνες τους, που τις θεωρούσα αναπόσπαστο κουλέρ λοκάλ της γειτονιάς. Φαίνεται όμως ότι αυτό το ‘τοπικό χρώμα’ έκρυβε ενοχλητικές ιδιότητες. Κι έτσι ήρθε σαν σοκ σήμερα η είδηση από τον θείο μου:

“Τον ξέρεις αυτόν τον Πολωνό με τα σκυλιά που ζητιάνευε στο σταθμό;”

“Πολωνός είναι; Ναι, τον έχω δει.”

“Ε, τον σκότωσαν”

“Τι λες; Ποιος να σκοτώσει ένα κλοσάρ και γιατί;”

“Ξέρω γώ; Τον βρήκαν πυροβολημένο, κι αυτόν και τα σκυλιά!”

Fa yeung nin wa.
In the mood for love.
Ερωτική επιθυμία.

Ονόματα γι αυτό που μένει ανεκπλήρωτο. Που έγινε εικόνα εμβληματική. Ταινία. Ή όνειρο.
Μια γυναίκα, με λαιμό σφιχτά κλεισμένο σε αυστηρά κομψούς γιακάδες. Ένας άνδρας, πιο ισχνός από τη γραβάττα του, πιο φευγαλέος από τον καπνό του τσιγάρου του. Γυαλισμένοι κι οι δύο. Άψογοι. Ανέγγιχτοι. Σε μια βρώμικη πόλη. Σκοτεινή και νυχτερινή ακόμα και τη μέρα.

Μένουν μακρυά ο ένας από τον άλλο ποθώντας και διστάζοντας. Κι η ευκαιρία χάνεται. Αργότερα χάνεται κι από τη μνήμη. Και μένει μόνο ένα μυστικό. Κρυμμένο. Ψιθυρισμένο στην κουφάλα ενός δέντρου ή σε μια τρύπα κίονα στον Ανκορ Βατ.

Τι θα ακούγαμε αν μπαίναμε σ’ αυτό το δέντρο; Τι παλμός θα μας διαπερνούσε από το μυστικό της κολώνας;
Όπως ερχόμουνα πίσω με το τραίνο με χτύπησε σα τη ζέστη. Αυτή η ανάποδη εικόνα. Να μην είσαι αυτός που λέει το μυστικό αλλά το δέντρο που τ’ ακούει.

Κι αληθινά σα δέντρο νοιώθω, περιδιαβαίνοντας την μπλογκόσφαιρα, όπου χιλιάδες μικρά στόματα ψελίζουν το δικό τους μυστικό. Ένας γαλαξίας μυστικών ανεκπλήρωτων…

Οι ήχοι της ποντικότρυπας.

Επεισόδιο 5.

Μόνο μουσική αυτή τη φορά. Άντε και λίγα λόγια.

Μουσικές επιλογές της ηλικίας και της αρεσκείας μου.
1. Zweeback, Thank you Mary Poppins
2. Rock Against Sarko, Nosebone, Superstar
3. Alison Crowe, The little bird, Skeletons and Spirits
4. Hype, Lies and Speaches, Innocence

Θάνατος στη Βενετία, το φίλμΟ θάνατος έρχεται με δυο μορφές:

  • τη βίαια, την απότομη, την καταλυτική, του φόνου, της καταστροφής, του δυστυχήματος, το πολέμου, της συντέλειας.
  • την αργή, την των γηρατειών, της φθοράς, της εγκατάλειψης του ζωντανού, της βύθισης στον ωκεανό της ανυπαρξίας

Η Βενετία υπήρξε πρόξενος πολλών θανάτων του πρώτου τύπου, της επιφυλάχθηκε όμως ο δεύτερος. Αργά αργά η υγρασία την αγγαλιάζει και τη βουλιάζει. Τα δάχτυλα της θάλασσας, σα χάδι σήψης, σαπίζουν τα ξύλα της και τους σοβάδες. Σαν χιονάνθρωπος που λιώνει, η Βενετία γίνεται το πιόμα του ίδιου του νερού της.

Για κάποιο λόγο μ’ αρέσει να επιστρέφω σ’ αυτή την πόλη του θανάτου. Είναι μέρος των πολιτισμικών γονιδίων μου, είναι μέρος των γονιδίων της φαντασίας μου.

Κι επιστρέφω στη Βενετία με πολλούς τρόπους. Με τη σκέψη και την ανάμνηση συχνά πυκνά. Ακόμα κι όταν δανείζομαι την ανάμνηση από τον Ούγκο Πράτ και το Βενετσιάνικο παραμύθι ή την Κρυμμένη Αυλή του Μυστηρίου. Ή την εικόνα από το ηλιοβασίλεμα του Τέρνερ. Ή ακόμα την κάμερα του Βισκόντι, του πρώτου που με ξενάγησε σ’ αυτό το τοπίο του θανάτου.

Ο Βισκόντι έκανε φίλμ τη νουβέλα του Τόμας Μαν  το 1971, κι εγώ πρέπει να το πρωτοείδα το 1976. Στο φίλμ υπάρχει μια χαρακτηριστική απόκλιση από τη νουβέλα: ο κύριος χαρακτήρας της νουβέλας είναι συγγραφέας ενώ του Βισκόντι είναι μουσουργός. Ο Τόμας Μαν ήταν φίλος του Μάλερ κι ο ήρωας του Βισκόντι δανείζεται από αυτόν. Κατά τ’ άλλα όμως το έργο είναι πιστό. Κι αν δε με απατά η μνήμη μου, δεν είχε πάρει ιδιαίτερα καλές κριτικές.Εμένα όμως μου είχε αρέσει.

Για την εποχή ήταν τολμηρό: ένας μεσήλικας ερωτεύεται ένα νεαρό, σχεδόν παιδί, στο ξενοδοχείο που παραθερίζει, στο μακρόστενο νησάκι του Λίντο. Το Λίντο είναι κάτι σα φυσικός κυματοθραύστης της Βενετίας. Χωρίζει τη λιμνοθάλασσα από την Αδριατική κι από παλιά αποτελούσε τουριστικό προορισμό λόγω της μεγάλης αμουδερής παραλίας του.

Αν ήταν τολμηρό το φίλμ, φανταστείτε πόσο ήταν η νουβέλα που είχε εμφανιστεί το 1912!

Βέβαια η διεκπεραίωση του θέματος δεν έχει τίποτα το σκανδαλιστικό ή σεξουαλικό. Παραπέμπει συνειδητά στην αρχαία ελληνική μυθολογία κι ιστορία. Στους Σωκράτη και Φαίδωνα, με τους οποίους παραλληλίζει εαυτόν και τον όμορφο νέο (τον Τάτζιο, ένα δεκατετράχρονο αγόρι πολωνικής καταγωγής) ο Φον Άσσενμπαχ, ο ήρωας της νουβέλας.

Το όλο έργο έχει μια στοχαστική διάθεση. Τα συμβάντα που παρακολουθεί είναι ως το πλείστον εσωτερικά. Κι ακόμα κι όταν είναι εξωτερικά περιστατικά, έχουν μια συμβολική ή χρησιμεύουν σαν αφορμές για να καταδυθούμε στην ψυχή του Φον Ασσενμπαχ που συνταράσσεται μετά χρόνια ακινησίας μέσα στον καθωπρεπισμό και την ‘ανώτερη ηθική’, αρετές για τις οποίες έχει βραβευτεί, θαυμαστεί και καταξιωθεί.

Ο Φον Άσσενμπαχ συλλαμβάνει την ιδέα του ταξιδιού ξαφνικά, όταν σε ένα περίπατο, ένας άγνωστος που βγαίνει από ένα νεκροταφείο του  Μονάχου, δίνει στην ψυχή του το έναυσμα. Δεν επιλέγει τη Βενετία αλλά καταληγει σ’ αυτήν. Δεν είναι η πρώτη του φορά εκεί. Στο χρόνο της νουβέλας, συχνά επιχειρεί να φύγει γιατί η εύθραυστη υγεία του δεν αντέχει το υγρό κλίμα.

Μια επιδημία χολέρας ξεσπά στην πόλη κι οι αρχές κάνουν τα πάντα για να την αποκρύψουν. Ο Άσσενμπαχ το καταλαβαίνει, αλλά επιθυμεί να μείνει παρά τον κίνδυνο. Ακριβώς γιατί ο κίνδυνος διώχνει σιγά σιγά τον κόσμο και τον αφήνει πιο μόνο με το αντικείμενο του έρωτά του.

Δεν ανταλλάσει ποτέ ούτε μια κουβέντα με τον νεαρό μόνο βυθίζεται μοιραία στο πάθος του γι αυτόν, πάθος που όλο και βαθαίνει. Σ’ αυτό το βύθισμα διαλύεται ο πρότερος βίος του, οι δάφνες κι ο καθωσπρεπισμός. Σ’ αυτό το βύθισμα αναγνωρίζει ότι βρήκε για τι αξίζει κανείς να ζει. Κι όταν αυτό πια είναι ολοφάνερο στο πνεύμα του, όταν κυριαρχεί και δεσπόζει, τότε πεθαίνει. Άδοξα. Χωρίς να πραγματώσει τον πόθο του, χωρίς να δώσει υπόσταση στη ζωή του με βάση το νεοαποκτημένο της νόημα.

Η Βενετία καταπίνει τα θύματά της στην ίδια της τη φθορά, στην ίδια της τη λήθη.

Και πλέουν σαπισμένα κουφάρια μες τα νερά των καναλιών της προσμένοντας την ώρα που η πόλη θα τα αγγαλιάσει στο δικό της θάνατο.

 Σημ. Την ελληνική μετάφραση του Ίνδικτου δεν την εκτίμησα καθόλου. Πολλά νοηματικά κενά και γενική αφροντισιά. Αντίθετα το βιβλίο ήταν πολύ καλαίσθητο. Το εξώφυλλο είναι από πίνακα του Ντε Κίρικο.

Ourspace coverUpdate: όταν έγραφα αυτό το ποστ αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του βιβλίου της Christine  Harold του  Πανεπιστημίου της Τζώρτζια με τίτλο Ourspace: Resisting the Corporate Control of Culture.
Εξακολουθώ να το αγνοώ, με την έννοια ότι δεν το έχω διαβάσει (ακόμα) αλλά σε ένα ποστ από τον οργανισμό για τα Creative Commons βρήκα την παρακάτω άκρως ενδιαφέρουσα περιγραφή, που νομίζω δένει μια χαρά στο θέμα μου (τα έντονα δικά μου):

Harold examines the deployment and limitations of “culture jamming” by
activists. These techniques defy repressive corporate culture through
parodies, hoaxes, and pranks. … While these strategies are appealing,
Harold argues that they are severely limited in their ability to
challenge capitalism. Indeed, many of these tactics have already been
appropriated by corporate marketers to create an aura of authenticity
and to sell even more products. For Harold, it is a different type of
opposition that offers a genuine alternative to corporate consumerism.
Exploring the revolutionary Creative Commons movement, copyleft, and
open source technology, she advocates a more inclusive approach to
intellectual property that invites innovation and wider participation
in the creative process.

Η παράφραση του τίτλου του έργου του Άλντους Χάξλευ δεν είναι τυχαία. Ούτε κι η εξ αυτού, έμμεση αναφορά σε ένα μελλοντικό κόσμο.
Η αφορμή για το παρόν ήταν μάλλον ασήμαντη: ένα ποστ της magica με κατεύθυνε στο deviantArt το οποίο αγνοούσα.
Στο deviantArt μπορεί να βρει κανείς όλων των ειδών τις καλλιτεχνικές δημιουργίες να διατίθενται με άδεια Creative Commons. Οι εικαστικές, γραφιστικές δημιουργίες ήταν το μόνο κομμάτι που μου έλειπε απ’ αυτό το πάζλ. Γιατί κείμενο, φωτογραφία, γραφή και βίντεο τα είχα δει να διατιθενται με ανάλογες άδειες, κι όχι απλώς ‘δει’ αλλά κατά κόρον χρησιμοποιήσει στο μπλογκ μου ή στα podcast.

Το κλικ που ανέφερα ήταν η συνειδητοποίηση της πληρότητας αυτής της δωρεάν προσφοράς και της έκτασής της. Της δυνατότητας να προσφέρεις καινούργιο περιεχόμενο, χρησιμοποιόντας, ανασυνδιάζοντας, προσθέτοντας κι επαυξάνοντας το δωρεάν υπάρχον.

Κι αν μείνουμε δω, βλέπουμε μόνο την χαριτωμένη και γραφική όψη του πράγματος.

life_drawing_11_9_06_by_simonpaterson.jpg

by simonpaterson

Ας προσπαθήσουμε να σηκώσουμε το κάλυμμα.

Η ανθρώπινη οικονομική δραστηριότητα έτσι όπως την γνωρίζουμε στα χρόνια της γραπτής ιστορίας αλλά κι έτσι όπως την εικάζουμε στα παλαιότερα, βασίζεται σε ένα πολύ απλό κανόνα: “do ut des”, ήτοι δίνω για να δώσεις.
Οι οικονομικές συναλλαγές έχουν πάντα τη φύση του ένα προς ένα, είτε αυτές αφορούν άτομο με οργανισμό, είτε άτομο με άτομο, είτε οργανισμό με οργανισμό (όπου οργανισμός θα μπορούσε να είναι ένα κράτος, ένας θεσμός όπως η εκκλησία, ή στην κοινότερη περίπτωση, μια εταιρεία). Το ένα μέρος δίνει για να ή αφού το άλλο μέρος δώσει. Χωρίς αυτήν την ταυτόχρονη αμοιβαιότητα τίμια συναλλαγή δεν νοείται.

Η ιστορία των συναλλαγών ξεκινάει εμπράγματα: σου δίνω κάτι π.χ. κρέας, για να μου δώσεις κάτι άλλο, π.χ. στάρι. Η ροή πραγμάτων ή υπηρεσιών είναι από και προς τις δυο μεριές.
Στην πορεία επινοείται το χρήμα, το οποίο αποσυσχετίζει χρονικά τις ροές: τώρα παίρνω κάτι και πληρώνω με χρήμα, κι αργότερα δίνω κάτι και πληρώνομαι με χρήμα.

Στην περίπτωση της πνευματικής δημιουργίας, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Γιατί το προϊόν της πνευματικής δημιουργίας μπορεί να είναι δυνάμει αθάνατο. Ένα τραγούδι που περνάει από γενιά σε γενιά ή από στόμα σε στόμα, δεν χάνεται ποτέ, κι ένα βιβλίο σαν περιεχόμενο, είναι υπέρτερο από το βιβλίο σαν μάτσο χαρτιά. Η εφαρμογή του συναλλακτικού μοντέλου στην πνευματική δημιουργία έχει λοιπόν από γεννησιμιού προβλήματα.
Πληρώνω τον καλλιτέχνη να μου τραγουδήσει και στην ουσία τον αμοίβω για την υπηρεσία που προσφέρει στην συγκεκριμένη στιγμή. Ο δημιουργός όμως, που προσφέρει ένα έργο που μπορεί να ζει στο διηνεκές, πως πρέπει να αμοιφθεί; Μήπως η έννοια της αμοιβής, η στενά και εμπράγματα περιορισμένη, είναι ασύμβατη με την πνευματική δημιουργία;

Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια να αναπτύσεται μια συνεργατικότητα μεταξύ των δημιουργών που αποβαίνει και προς όφελος τρίτων. Πηγή της συνεργατικότητας είναι το αξίωμα ότι μπορείς να μετέχεις αν δεν περιορίζεις τη συμμετοχή των άλλων. Ακόμα καλύτερα, αν προσφέρεις κι εσύ.
Στο χώρο του μπλογκιν, του ποντκαστιν, της ελεύθερης καλλιτεχνικής δημιουργίας, φυτεύονται αυτή τη στιγμή οι σπόροι ενός καινούργιου οικονομικού παραδείγματος. Ενός παραδείγματος που οδηγεί σε αφθονία εν ελευθερία.
Μπορώ να μετέχω στο σύνολο ενός πνευματικού πλούτου, χωρίς να κουνήσω δαχτυλάκι, αρκεί να μην εμποδίζω τη συμμετοχή των άλλων. Και σίγουρα, το φιλότιμο δεν θ’ αφήσει τους περισσότερους να μείνουν εκεί. Θα θελήσουν να δώσουν.

Κι αυτό το απλό, είναι ένα βήμα πριν από την ουτοπία. Γιατί όταν ο κόσμος εθιστεί σ’ αυτή την πρακτική, θα σκεφτεί πολύ απλά να την εφαρμόσει κι εκτός των πνευματικών δημιουργημάτων. Στο χώρο των καθημερινών συναλλαγών. Στο φαϊ και στο ρούχο, στην υγεία και στη διασκέδαση. Στο σπίτι και στο μηχάνημα τα κουμπιά του οποίου πατάω τώρα. Πράγμα που οδηγεί σε μια νέα ιδέα της κοινοκτημοσύνης. Της κοινοκτημοσύνης που δεν αναφέρεται στη νομή του υπάρχοντος πλούτου, αλλά στην από κοινού δημιουργία και διάθεση νέου.

Είναι βέβαιο ότι δεν θα ζήσω να το δω, αλλά και μόνο η ελπίδα ότι κάποτε μπορεί να συμβεί, κάνει τη ζωή, worth living.

Powered by ScribeFire.

Τα γοερά κλάμματα του μικρού τάραξαν την ησυχία του Κυριακάτικου μεσημεριού: “Πάρτε τον, από δω, σας λέω. Πάρτε τον! Πάρτε τον το Μίκυ!”

Μυστήριο!  Σε ποιο Μίκυ αναφερόταν;  Μπορεί ο γνωστός ήρωας  του Ντίσνευ να  προξενήσει τόσο τρομώδες παραλλήρημα;

Αρχίσαμε  τις υποθέσεις σαν καλοί  ντετέκτιβ:

-Ο Μίκυ είναι  κατοικίδιο. Μεγάλος σκύλος.

-Μπα. Άκουσες εσύ γαύγισμα; Εξάλλου , σ’ αυτήν την πολυκατοικία που απαρεύεται αυστηρά να έχεις κατοικίδιο  οι διπλανοί είναι από τους λίγους ‘νομοταγείς’. Εγώ νομίζω ότι πρόκειται για άλλο πιτσιρίκι.

-Μα το πάρτι θα αρχίσει το βραδάκι. Δεν μπορεί να έχει καλεσμένους από τώρα. Κάτι άλλο είναι.

-Κάποιος μεγάλος ίσως; Ο Μίκης Θοδωράκης;

-Μπα, αυτός προκαλεί τρόμο μόνο στους μεγάλους. Έχουμε πάρει λάθος δρόμο. Η εξήγηση είναι ψυχολογική: τα σημερινά παιδιά έχουν συνηθίσει τόσο στα θρίλερ, στα τρομακτικά κόμικ και βιντεοπαιχνίδια που εκλαμβάνουν ως τρομακτικό το αφελές και το αθώο.

-Κι εγώ λέω πως αυτή η ερμηνεία ταιριάζει στο Βέλτσο αλλά όχι στο Χρηστάκη. Ας κοιμηθούμε. Σταμάτησε άλλωστε. Άκουσα τον πατέρα του να του λέει πως έφυγε ο Μίκυ. Που πήγε άραγε;

Το βραδάκι, την ώρα που οι ομήγυρις στο διπλανό μπαλκόνι παιάνιζε το “Να ζήσεις Χρηστάκη, και Χρόνια Πολλά..” , χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Μια προαναγγελθείσα επίσκεψη συγγενικού προσώπου. Ανοίγοντας για να υποδεχτώ, καταύγασε το πνεύμα μου η φώτιση. Αυτό που έβλεπα εκεί στο βάθος ήταν η αιτία. (περισσότερα…)

amalia-banner.jpgΟ ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας…»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι “για την Αμαλία”).

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Από το metablogging.gr

Η παράφραση του τίτλου του έργου του Άλντους Χάξλευ δεν είναι τυχαία. Ούτε κι η εξ αυτού, έμμεση αναφορά σε ένα μελλοντικό κόσμο.
Η αφορμή για το παρόν ήταν μάλλον ασήμαντη: ένα ποστ της magica με κατεύθυνε στο deviantArt το οποίο αγνοούσα.
Στο deviantArt μπορεί να βρει κανείς όλων των ειδών τις καλλιτεχνικές δημιουργίες να διατίθενται με άδεια Creative Commons. Οι εικαστικές, γραφιστικές δημιουργίες ήταν το μόνο κομμάτι που μου έλειπε απ’ αυτό το πάζλ. Γιατί κείμενο, φωτογραφία, γραφή και βίντεο τα είχα δει να διατιθενται με ανάλογες άδειες, κι όχι απλώς ‘δει’ αλλά κατά κόρον χρησιμοποιήσει στο μπλογκ μου ή στα podcast.

Το κλικ που ανέφερα ήταν η συνειδητοποίηση της πληρότητας αυτής της δωρεάν προσφοράς και της έκτασής της. Της δυνατότητας να προσφέρεις καινούργιο περιεχόμενο, χρησιμοποιόντας, ανασυνδιάζοντας, προσθέτοντας κι επαυξάνοντας το δωρεάν υπάρχον.

Κι αν μείνουμε δω, βλέπουμε μόνο την χαριτωμένη και γραφική όψη του πράγματος.

life_drawing_11_9_06_by_simonpaterson.jpg

by simonpaterson

Ας προσπαθήσουμε να σηκώσουμε το κάλυμμα.

Η ανθρώπινη οικονομική δραστηριότητα έτσι όπως την γνωρίζουμε στα χρόνια της γραπτής ιστορίας αλλά κι έτσι όπως την εικάζουμε στα παλαιότερα, βασίζεται σε ένα πολύ απλό κανόνα: “do ut des”, ήτοι δίνω για να δώσεις.
Οι οικονομικές συναλλαγές έχουν πάντα τη φύση του ένα προς ένα, είτε αυτές αφορούν άτομο με οργανισμό, είτε άτομο με άτομο, είτε οργανισμό με οργανισμό (όπου οργανισμός θα μπορούσε να είναι ένα κράτος, ένας θεσμός όπως η εκκλησία, ή στην κοινότερη περίπτωση, μια εταιρεία). Το ένα μέρος δίνει για να ή αφού το άλλο μέρος δώσει. Χωρίς αυτήν την ταυτόχρονη αμοιβαιότητα τίμια συναλλαγή δεν νοείται.

Η ιστορία των συναλλαγών ξεκινάει εμπράγματα: σου δίνω κάτι π.χ. κρέας, για να μου δώσεις κάτι άλλο, π.χ. στάρι. Η ροή πραγμάτων ή υπηρεσιών είναι από και προς τις δυο μεριές.
Στην πορεία επινοείται το χρήμα, το οποίο αποσυσχετίζει χρονικά τις ροές: τώρα παίρνω κάτι και πληρώνω με χρήμα, κι αργότερα δίνω κάτι και πληρώνομαι με χρήμα.

Στην περίπτωση της πνευματικής δημιουργίας, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Γιατί το προϊόν της πνευματικής δημιουργίας μπορεί να είναι δυνάμει αθάνατο. Ένα τραγούδι που περνάει από γενιά σε γενιά ή από στόμα σε στόμα, δεν χάνεται ποτέ, κι ένα βιβλίο σαν περιεχόμενο, είναι υπέρτερο από το βιβλίο σαν μάτσο χαρτιά. Η εφαρμογή του συναλλακτικού μοντέλου στην πνευματική δημιουργία έχει λοιπόν από γεννησιμιού προβλήματα.
Πληρώνω τον καλλιτέχνη να μου τραγουδήσει και στην ουσία τον αμοίβω για την υπηρεσία που προσφέρει στην συγκεκριμένη στιγμή. Ο δημιουργός όμως, που προσφέρει ένα έργο που μπορεί να ζει στο διηνεκές, πως πρέπει να αμοιφθεί; Μήπως η έννοια της αμοιβής, η στενά και εμπράγματα περιορισμένη, είναι ασύμβατη με την πνευματική δημιουργία;

Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια να αναπτύσεται μια συνεργατικότητα μεταξύ των δημιουργών που αποβαίνει και προς όφελος τρίτων. Πηγή της συνεργατικότητας είναι το αξίωμα ότι μπορείς να μετέχεις αν δεν περιορίζεις τη συμμετοχή των άλλων. Ακόμα καλύτερα, αν προσφέρεις κι εσύ.
Στο χώρο του μπλογκιν, του ποντκαστιν, της ελεύθερης καλλιτεχνικής δημιουργίας, φυτεύονται αυτή τη στιγμή οι σπόροι ενός καινούργιου οικονομικού παραδείγματος. Ενός παραδείγματος που οδηγεί σε αφθονία εν ελευθερία.
Μπορώ να μετέχω στο σύνολο ενός πνευματικού πλούτου, χωρίς να κουνήσω δαχτυλάκι, αρκεί να μην εμποδίζω τη συμμετοχή των άλλων. Και σίγουρα, το φιλότιμο δεν θ’ αφήσει τους περισσότερους να μείνουν εκεί. Θα θελήσουν να δώσουν.

Κι αυτό το απλό, είναι ένα βήμα πριν από την ουτοπία. Γιατί όταν ο κόσμος εθιστεί σ’ αυτή την πρακτική, θα σκεφτεί πολύ απλά να την εφαρμόσει κι εκτός των πνευματικών δημιουργημάτων. Στο χώρο των καθημερινών συναλλαγών. Στο φαϊ και στο ρούχο, στην υγεία και στη διασκέδαση. Στο σπίτι και στο μηχάνημα τα κουμπιά του οποίου πατάω τώρα. Πράγμα που οδηγεί σε μια νέα ιδέα της κοινοκτημοσύνης. Της κοινοκτημοσύνης που δεν αναφέρεται στη νομή του υπάρχοντος πλούτου, αλλά στην από κοινού δημιουργία και διάθεση νέου.

Είναι βέβαιο ότι δεν θα ζήσω να το δω, αλλά και μόνο η ελπίδα ότι κάποτε μπορεί να συμβεί, κάνει τη ζωή, worth living.

Στην πρώτη εφηβεία μου διάβαζα πολύ αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήταν η λογική μετάβαση από το περιοδικό Μάσκα, που έβρισκα στα παλαιοπωλεία γιατί είχε σταματήσει να εκδίδεται.

Η Αγκάθα Κρίστι είχε την τιμητική της βέβαια. Αλλά κι ο Έλερυ Κουήν και διάφοροι άλλοι που δεν έχω συγκρατήσει.

Μετά , άρχισα να σνομπάρω το είδος. Στα εικοσικάτι μου τράβηξε το ενδιαφέρον ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ κι ο Σέρλοκ Χόλμς του, όχι τόσο για τις ιστορίες καθαυτές, αλλά για την περιρέουσα βικτωριανή ατμόσφαιρα. Διάβασα τα άπαντα σε λίγες μέρες και τέλος.

Το ενδιαφέρον για το είδος (το οποίο σημειωτέον, θεωρούσα πλέον κατάπτυστο) μου το αναζωπύρωσε ο Ουμπέρτο Έκο με το Όνομα του Ρόδου κι ύστερα με το Εκκρεμές του Φουκώ μυθιστορήματα όχι καθαυτό αστυνομικά αλλά με παρεμφερή δομή και σασπένς.

Και κάπου εκεί σταμάτησα για πολλά χρόνια. Μέχρι πρόπερσι που διάβασα τον Κώδικα Ντα Βίντσι.

Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτών των βιβλίων είναι ότι η ταχύτητα με την οποία τα διαβάζεις είναι ανάλογη με την ταχύτητα που τα ξεχνάς (δεν ισχύει για τον Έκο αυτό).

Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους που δεν τους ιντριγκάρει το να προσπαθήσουν να λύσουν ένα μυστήριο. Γιατί; Αγνοώ. Ίσως είναι η ανθρώπινη φύση.

Τη διαφορά κάνει η επιμονή. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν γρήγορα όταν δουν τα δύσκολα. Όσοι επιμένουν τελικά ή ντετέκτιβ είναι ή συγγραφείς.

:D

Η εισαγωγή είναι για να ανακοινώσω το τελευταίο ‘μυστήριο’ στο οποίο μπήκα άθελα, αλλά που (δυστυχώς ή ευτυχώς) κόλλησα: Σε αντίθεση με τα γνωστά μπλογκοπαιχνίδια, αυτή τη στιγμή εξελίσσεται ένα παιχνίδι μυστηρίου στο διαδίκτυο.

Η δημιουργοί του (άγνωστοι προς το παρόν) φαίνεται πως έχουν στοχεύσει ειδικά την μπλογκόσφαιρα γιατί η όλη ιστορία ξεκίνησε με μια πρόσκληση προς τους bloggers να καλύψουν το μουσικό φεστιβάλ του Gazpacho και…αλλά δεν θα σας τα πω όλα. Τι ιστορία μυστηρίου θα ήταν αυτή; Κάτι πρέπει να κάνετε μόνοι σας. Ακολουθήστε το ίχνος.

18/5/2007 Με αφορμή την απόφαση να μπει η Ελλάδα στην Διεθνή επιτροπή για τη φαλαινοθηρία, θυμήθηκα αυτό το ποστ. Αυτή η φρίκη πρέπει να σταματήσει κι η Ελλάδα μπορεί να γύρει την πλάστιγγα.

Και κάτι άλλο που παρότι θάπρεπε να είναι προφανές, θέλω να το πω γιατί συναντάω συνέχεια άγνοια γι αυτό: ΟΙ ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΑΡΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ.

Δείτε λεπτομέρειες στο ποστ του Αστέρη Μασούρα

Το πρωτοάκουσα από τον Δύοντα Ανατέλλοντα στην εκπoμπή του πριν δυο βδομάδες. Το διάβασα και μόνος στον skipperandskipper και σήμερα το είδα στο K της Καθημερινής και δεν μπορώ να ησυχάσω αν δε γράψω κάτι γι αυτό.

Ψαχνοντας στο Flickr βρήκα αυτές τις φωτογραφίες του ‘50 που νομίζω είναι το καλύτερο σχόλιο. Τις είχε ανεβάσει ο kpocheffy.

Απίστευτο βίντεο!!!

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »