Το Billy o’ Tea περιμένει τον Wellerman

Κάτω, στις νότιες θάλασσες, ανάμεσα Νέα Ζηλανδία και Χιλή είναι μια απέραντη υγρή έρημος. Η πιο λιγοταξιδεμένη θάλασσα του κόσμου. Μια ματιά στο χάρτη κάνει προφανές το γιατί: δεν υπάρχουν στεριές και νησιά, κι αν κάποιος θέλει να περάσει από τη μια μεριά του Ειρηνικού στην άλλη, υπάρχουν καλύτεροι δρόμοι.

Ο πρώτος που διέσχισε αυτή τη θάλασσα και μας άφησε πίσω μια περιγραφή του ταξιδιού του (μέσω του γραμματικού του Αντόνιο Πιγκαφέτα) ήταν ο Μαγγελάνος. Κι όταν έφτασε στην άλλη μεριά της, έχασε τη ζωή του.

Στο δικό μου φανταστικό πάνθεο, ο Νότιος Ειρηνικός είναι συνδεδεμένος με τα ονόματα των Χ..Φ. Λάβκραφτ, Ρ. Λ. Στήβενσον, Πωλ Γκωγκέν και Hugo Pratt.

Ο Λάβκραφτ τοποθέτησε το νησί του Κθούλου εκεί στη μέση του Νότιου Ειρηνικού, o Στήβενσον έζησε στη Σαμόα κι έγραψε πολλές ιστορίες εμπνευσμένος από τον Ν. Ειρηνικό, ο Γκωγκέν έζησε και ζωγράφισε στην Ταϊτή κι ο Hugo Pratt μας άφησε το αγαπημένο μου κόμικ του Κόρτο Μαλτέζε, την Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας που διαδραματίζεται σ’ ένα άλλο φανταστικό νησί, την Εσκοντίδα.

Εκεί, λοιπόν, στη δυτική άκρη αυτής της θάλασσας, στην Νέα Ζηλανδία, άνθισε για πολλά χρόνια η φαλαινοθηρία και γέννησε πολλές ιστορίες και θρύλους.

Σ΄αντίθεση με τη φαλανοθηρία του Βόρειου Ατλαντικού ή του Βόρειου Ειρηνικού, στη Νέα Ζηλανδία έφερναν τις φάλαινες στη στεριά για να τις τεχαμίσουν.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, κάποια αδέλφια με το όνομα Weller, εγκαταστάθηκαν στο Otakou, έξω από το Dunedin, στη Νέα Ζηλανδία, κι έστησαν μια επιχείρηση ανεφοδιασμού των φαλαινοθηρικών που έγινε γρήγορα θρύλος. O Wellerman ήταν ο εκπρόσωπος της εταιρείας που ερχόταν να τροφοδοτήσει τα φαλαινοθηρικά εν πλω. Και προφανώς αναμενόταν πως και πως από το πλήρωμα γιατί ανάμεσα στα εφόδια ήταν και ρούμι.

Στα παλιά ιστιοφόρα πλοία, πριν τις μηχανές ατμού, η βασική δύναμη για το χειρισμό του πλοίου ήταν η ανθρώπινη: ανέβασμα, κατέβασμα πανιών, άγκυρες, καμάκια, κουπιά στις βάρκες, αντλίες, βαρούλκα, γερανοί, όλα δούλευαν με την μυϊκή δύναμη του πληρώματος. Πολλές από αυτές τις δουλειές απαιτούσαν πολλά άτομα να συγχρονίζονται π.χ. στο τράβηγμα ένος σχοινιού, κάτι που το ναυτικό επάγγελμα ανά τον κόσμο, είχε ανακαλύψει ότι μπορεί να υποβοηθείται από τραγούδια. Ειδικά τραγούδια που έδιναν το ρυθμό για την εκτέλεση της δουλειάς. Τα τραγούδια αυτά στην Εγγλέζικη ναυτική παράδοση λέγονται shanties ή sea shanties.

Ένα τέτοιο ναυτικό τραγούδι είναι και το Wellerman που μιλάει για την αναμονή του πληρώματος για τον Wellerman που θα φέρει ζάχαρη, τσάι και ρούμι. Το τραγούδι έφερε ξανά στην επικαιρότητα το συγκρότημα The Longest Johns το 2018, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήταν με την εκτέλεση του Nathan Evans (βίντεο) και τη βοήθεια του TikTok.

Το Wellerman θεωρήθηκε και παρουσιάστηκε σαν sea shanty ενώ είναι μπαλλάντα.

Το θέμα του τραγουδιού είναι ένα φαλαινοθηρικό, το Billy of Tea, που συναντάει μια right whale, μια μαύρη φάλαινα, και την καμακώνει. Οι φάλαινες αυτές είναι μπαλαινοφάλαινες, και το είδος που κατοικεί τον Νότιο Ειρηνικό, φτάνει τα 14 μέτρα μήκος και τoυς 23 τόνους. Η φάλαινα του Billy of Tea δεν λέει να το βάλει κάτω, βουτάει στο νερό και τραβάει πίσω της το καράβι. Αλλά κι ο καπετάνιος δεν λέει ν’ αφήσει τη φάλαινα να φύγει παρά την καταστροφή που φέρνει στο καράβι. Σαράντα μέρες τραβάει η φάλαινα το καράβι κι από κει κι ύστερα πηδάει στο θρύλο και χάνεται και κάποιοι λένε ακόμα το σέρνει. Και το καημένο το πλήρωμα κάνει υπομονή και περιμένει πότε θα ‘ρθει ο Wellerman να τους φέρει εφόδια που όλο και λιγοστεύουν.

Αυτή η υπομονή κι η προσμονή είναι η εξήγηση που δίνεται για την αναπάντεχη επιτυχία του τραγουδιού στον καιρό του κορωνοϊού. Γιατί αντανακλά τα αισθήματα των νέων αυτή την περίοδο.

Άλλωστε, το τραγούδι, λένε, ότι το έγραψε ένα έφηβος κάπου ανάμεσα στα 1860 – 1870, πολλά χρόνια μετά από το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης των αδελφών Weller.

Η ιστορία του μας θυμίζει λίγο τον Μόμπυ Ντικ αλλά το θέμα είναι πιο πολύ το πλήρωμα κι όχι η φάλαινα. Οι φουκαράδες, δηλαδή, που σε πολλές περιπτώσεις δεν έπαιρναν καν μισθό, αλλά μόνο είδη πρώτης ανάγκης. Γι αυτό στο μυαλό τους τριγυρίζει μια μόνο σκέψη κι επιθυμία:

Soon may the Wellerman come
To bring us sugar and tea and rum
One day, when the tonguing is done
We’ll take our leave and go

Dies Irae

O Βαν ντεν Μπουντενμάγιερ είναι ένα Ολλανδός συνθέτης του 18ου αιώνα με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: δεν υπάρχει. Είναι αποκύημα της φαντασίας του διδύμου Κριστόφ Κισλόφσκι και Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ. Του σκηνοθέτη δηλαδή της κινηματογραφικής τριλογίας Μπλέ, Άσπρη, Κόκκινη και του συνθέτη που την έντυσε με μουσική.

Παρότι είχα δει την τριλογία πριν πολλά χρόνια, δεν είχα προσέξει (ή δεν θυμάμαι πλέον) τις σχετικές αναφορές. Υποτίθεται ότι κάποια από τα κομμάτια του Πράισνερ που ακούγονται στις ταινίες αποδίδονται σεναριακά στον Βαν ντεν Μπουντενμάγιερ.

Ο Κισλόφσκι κι ο Πράισνερ πέραν από συνεργάτες ήταν και φίλοι. Και μάλλον στενοί. Γι αυτό μετά το θάνατο του πρώτου, ο δεύτερος του αφιέρωσε ένα μεγάλο έργο του, το πρώτο μεγάλο μη κινηματογραφικό που είχε γράψει, ένα Ρέκβιεμ.

Το Ρέκβιεμ είναι αυτό που θα λέγαμε ελληνικά, η νεκρώσιμη ακολουθία. Η διαφορά είναι ότι στην καθολική εκκλησία το Ρέκβιεμ είναι λειτουργία, δηλαδή περιλαμβάνει κοινωνία, που είναι το κύριο μυστήριο της χριστιανικής λατρείας, ενώ στην Ορθόδοξη εκκλησία είναι μια σειρά ευχών για την ανάπαυση του εκλιπόντος και δεν έχει το αντίστοιχο «βάρος».

Ο Πράισνερ που είναι αυτοδίδακτος μουσικός, Πολωνός ων, έχει εμφανώς επηρεαστεί, εμποτιστεί θα έλεγα, από την καθολική παράδοση και τη θρησκευτική μουσική. Και το Ρέκβιεμ του έχει όλα τα τυπικά στάδια της αντίστοιχης καθολικής λειτουργίας.

Ένα απ’ αυτά είναι το Dies Irae, που οι φτωχές γνώσεις στα λατινικά που μου άφησε η παρακολούθηση κλασσικού λυκείου, μου επιτρέπουν να μεταφράζω χωρίς ν’ ανατρέχω σε λεξικά (ή google) σε Μέρα οργής.

Αναφέρεται στη μέρα της κρίσης που είναι μέρα οργής για τους αμαρτωλούς προφανώς. Κι έχει αυτό το χαρακτήρα του εκφοβισμού των πιστών, με απώτερο σκοπό τη μετάνοια.

Το Dies Irae του Ρέκβιεμ για ένα φίλο είναι ένα εκπληκτικό κομμάτι. Πιστό στην κλασσική παράδοση αλλά και με στοιχεία που το κάνουν προσιτό σε άλλα κοινά. Το άκουσα χτες στο κλείσιμο του επεισοδίου του Crown για τον γάμο της πριγκίπισσας Μαργαρίτας (S2E7) με τον φωτογράφο Άντονυ Άρμστρονγκ-Τζόουνς. Ακούγεται με τους τίτλους του τέλους και είναι σκηνοθετική ειρωνεία και σχόλιο για το γάμο καθώς αντί για κάποιο γαμήλιο εμβατήριο ακούμε μουσική για νεκρούς.

Funiculi funicula

Στο σπίτι παίζουμε συχνά κλασική μουσική. Η κόρη μου που έχει πάντα ενδιαφέρον για τη μουσική, τα περισσότερα κομμάτια τ’ ακούει παθητικά, χωρίς ν’ αντιδράει, ενώ αρκετές φορές εκδηλώνει μια ανταγωνιστική συμπεριφορά προσπαθώντας να επιβάλει τις δικές της επιλογές που προέρχονται συνήθως απο το …Peppa Pig radio.

Αναρωτιέμαι πάντως τι επίδραση μπορεί να έχουν αυτά τ’ ακούσματα στα μουσικά της γούστα στο μέλλον.

Πριν λίγο, καθώς το Spotify άρχισε να παίζει μια άρια τραγουδημένη από τον Ενρίκο Καρούζο, από μια σπάνια ηχογράφηση, κάποιες συνάψεις του μυαλού μου που είχαν καιρό να δώσουν σήμα, άστραψαν ξαφνικά και με γύρισαν στην παιδική ηλικία και στο πότε πρωτοάκουσα το όνομα του Ενρίκο Καρούζο. Ήταν από μια πρωινή εκπομπή της ελληνικής ραδιοφωνίας που ακούγαμε συχνά από το μονίμως αναμμένο παλιό Blaupunkt ραδιόφωνο, που κατείχε τότε τη θέση που έχουν τώρα οι τηλεοράσεις. Radio days, αν έχετε δει τη σχετική ταινία του Woody Allen.

Από αυτή την εκπομπή άκουσα μάλλον για πρώτη φορά οπερατική μουσική. Σίγουρα γινόταν αναφορά στον Καρούζο, γιατί αλλιώς οι νευρώνες που λέγαμε δεν θα εκφορτίζονταν. Αλλά η μουσική μου μνήμη δεν ήταν από τον Καρούζο αλλά ένα ιταλοαμερικάνο τραγουδιστή που είχε μια σύντομη ζωή και μουσική πορεία τη δεκαετία του πενήντα: τον Mario Lanza. Θυμάμαι την εκπομπή να τον παρουσιάζει πάνω από μια φορές, να τραγουδάει το παλιό ναπολιτάνικο τραγούδι, Funiculi Funicula. Θυμάμαι επίσης ότι το έβρισκα αστείο, το αναπαρήγαγα λάθος (σαν Κουνικουλί Κουνικουλά) και το χρησιμοποιούσαμε με την αδελφή μου σαν ατάκα που προκαλεί θυμηδία. Περιττό να πω ότι δεν ήξερα ποιος ήταν ο Mario Lanza. Τώρα μόλις διάβασα τη βιογραφία του στη Wikipedia και λύθηκε αυτό το μυστήριο. Αλλά είχε αφήσει το στίγμα του. Και, ποιος ξέρει, ίσως το ότι σαν ενήλικος ακούω (και) κλασική μουσική, μπορεί να του το χρωστάω.

Το πορτρέτο του Τσώρτσιλ

Το καλύτερο επεισόδιο του πρώτου κύκλου του «The Crown”, ήταν, θεωρώ, το “Assassins”. Αλληγορικός τίτλος γιατί δεν υπάρχουν τίποτα δολοφόνοι στην πλοκή.
Το θέμα του επεισοδίου είναι τα ογδοηκοστά γενέθλια του Τσώρτσιλ (30/11/1954) όπου το Κοινοβούλιο, για να τον τιμήσει, παραγγέλνει το πορτρέτο του στον ζωγράφο Γκράχαμ Σάδερλαντ.
Ο Σαδερλαντ θεωρείτο μοντερνιστής, αν κι όχι του είδους του Μιρό ή του ώριμου Πικάσσο που είχαν απομακρυνθεί πολύ από την νατουραλιστική ζωγραφική.
Το πορτρέτο δεν άρεσε στον Τσώρτσιλ, τον ενόχλησε βαθειά και τον προσέβαλε αλλά επειδή είχε χρηματοδοτηθεί από εισφορές των μελών του κοινοβουλίου αναγκάστηκε να κάνει ο ίδιος τα αποκαλυπτήρια του. Είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία.

Churchill_Sutherland
Η συνέχεια είναι άδοξη. Για το πορτρέτο. Για τον Τσώρτσιλ, όπως το πάρει κανείς. Εκείνος πάντως το κουβάλησε σπίτι του, αντί να το αφήσει στο Κοινοβούλιο, για το οποίο αρχικά προοριζόταν. Κι όπως έγινε αργότερα γνωστό, καταστράφηκε από τη σύζυγο του που ήθελε να τον απαλλάξει από το «μαρτύριο» του.
Ζωγραφικά, το βρίσκω ενδιαφέρον χωρίς να με τρελαίνει. Έχει κάτι εξπρεσιονιστικό και σίγουρα ο Τσώρτσιλ που παριστά δεν είναι ο μεγάλος ηγέτης που γνωρίζουμε. Πιο πολύ μοιάζει μ’ ένα θιγμένο, παρεξηγημένο γέρο που είναι έτοιμος ν’ αρπαχτεί. Αλλά αυτό κι άλλα πολλά που έχουν στριμωχτεί σ’ αυτή την άβολη πόζα κι έκφραση είναι που του δίνουν τη ζωγραφική του αξία.
Κάπου στην αρχή του επεισοδίου, όταν ο Τσώρτσιλ μαθαίνει ότι η δουλειά ανατέθηκε σε κάποιον που θεωρείται μοντερνιστής καγχάζει και λέει ότι μοντερνιστής μπορεί να είναι ένας Ιταλός ή ένας Γερμανός, αυτοί πάντα θέλουν ν’ αλλάξουν κάτι. Αλλά ένας Βρετανός γιατί να θέλει ν’ αλλάξει οτιδήποτε;
Οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί είχαν επιχειρήσει στο Β´ Παγκόσμιο ν’ αλλάξουν όλο τον κόσμο προς το χειρότερο και σίγουρα η αναφορά δεν ήταν τυχαία.
62 χρόνια μετά όμως, η χώρα του Τσώρτσιλ, αποφασίζοντας ν’ αλλάξει τα πάντα και χαράσσοντας ρότα να επιστρέψει προς τα πίσω, τον διέψευσε.
Σημείωση: ο ηθοποιός που υποδύεται τον Τσώρτσιλ στη σειρά, πήρε βραβείο Εμμυ για την ερμηνεία του σ’ αυτό το επεισόδιο.

Γεώργιος Παπανικολάου και ζωολογία

Το εντυπωσιακό αυτό κτίριο είναι το Ωκεανογραφικό Μουσείο του Μονακό. Εκτός από μουσείο είναι κι υπέροχο ενυδρείο και βιβλιοθήκη. Μεγάλο μέρος των μουσειακών εκθεμάτων αφορά τις ωκεανογραφικές εκστρατείες του Πρίγκηπα Αλβέρτου του πρώτου, που το ίδρυσε άλλωστε. Εκεί κάπου ανάμεσα στα διάσπαρτα εκθέματα από έπιπλα κι όργανα των εξερευνητικών σκαφών του, υπάρχουν και κάποια ταμπελάκια που αναγράφουν ένα ελληνικό όνομα: Γεώργιος Παπανικολάου!

Ο γνωστός γιατρός που πέθανε σαν χτες το 1962, είχε λάβει μέρος στην εξερευνητική αποστολή του 1911, αμέσως μετά από τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη Γερμανία. Ο Παπανικολάου κατείχε τότε δύο επιστημονικές ιδιότητες: του γιατρού και του ζωολόγου αφού μόλις τον προηγούμενο χρόνο είχε λάβει το διδακτορικό του τίτλο στη ζωολογία από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Είναι μια σχετικά άγνωστη πλευρά της ζωής του ΓΠ που χρωστάει τη φήμη του στις έρευνες του για τον καρκίνο και το ομώνυμο τεστ. Κι όσο με αφορά πολύ θα ήθελα να μάθω κάποια στιγμή τι είδους συνεισφορά είχε στην συγκεκριμένη ωκεανογραφική αποστολή και στην ζωολογία γενικά.