Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Της Κυριακής η αλμύρα…


Το βαρκάκι είναι μια πολυτέλεια. Την είχαμε από παλιά. Κι ήταν η μόνη. Αλλά τι μόνη! Έξι μέτρα βάρκα, ξύλινη, άσπρη, με ένα μπλε σιρίτι κουπαστή, τέντα απ’ άκρη σ’ άκρη, μια μηχανή ντήζελ που το καπάκι της έκανε θαυμάσιο τραπέζι και “Νίκος” με μπρούτζινα γράμματα στην πλώρη.

Τις Κυριακές μας φόρτωνε όλη την οικογένεια – συχνά και συγγενείς και φίλους- για να πάμε στο ‘νησάκι’ για μπάνιο.

Οι μικροί πλατσουρίζαμε στα ρηχά με τις ώρες, οι μαμάδες με πλαστικά σκουφάκια ξανοίγονταν να μουλιάσουν στα βαθιά, βρίσκοντας μοναδική ευκαιρία να τα πούνε απερίσπαστες. Oι άντρες, μετά από δυο τρεις γρήγορες βουτιές, φεύγαν για τα βραχάκια να βγάλουν αχινούς και μύδια.

Δυο ώρες μετά, με δάχτυλα ζαρωμένα και σώμα να τρέμει, μας τύλιγαν σε μεγάλες πολύχρωμες πετσέτες να ζεσταθούμε, και μας κάθιζαν στην πλώρη δίνοντας μας κι από μια μπουκιά κάθε λίγο. Γιατί όλοι είχαν στρωθεί για φαΐ. Όταν δεν επρόκειτο για ολόκληρο ταψί ετοιμασμένο από νωρίς και ψημένο στο φούρνο της γειτονιάς , ήταν σίγουρα η θαλασσινή λεία των αντρών, ντομάτες κι αγγούρι κομμένα με το σουγιά, φέτα και κεφτέδες ενίοτε, ίσως και καμιά κονσέρβα. Ό τι και να τρώγαμε, νοστίμευε από την αλμύρα των χεριών μας, που δεν τα είχαμε πλύνει σε βρύση. Ακόμα και το καρπούζι, που πάγωσε στο νερό, αλμύριζε στην άκρη των χειλιών και γινόταν γι αυτό πιο γλυκό. Το γλυκύτερο καρπούζι του κόσμου. Θε μου, τι απόλαυση, να τρέχουν τα ζουμιά στα μάγουλα, να συναγωνίζεσαι στο φτύσιμο του κουκουτσιού, να γελάς με τα ζητιανιάρικα κεφαλόπουλα που περιτριγύριζαν τη βάρκα, συλλέγοντας μεθοδικά τα ψιχουλάκια που είχε διασπείρει η χουβαρντάδικη απροσεξία μας.

Κι ύστερα ο ύπνος πάνω στις μαξιλάρες ή στις αγκαλιές των γονιών, νοτισμένες και τις δυο, θαλασσινές, όπως τους έπρεπε, όπως τους είχε προοριστεί, να γίνονται για μας της Κυριακής η γλυκιά αλμύρα.

Κι όταν γυρίζαμε, τέλος, και δέναμε τη βάρκα, τρέχαμε στη βρύση της προβλήτας και πίναμε νερό από το λάστιχο που μύριζε καουτσούκ. Παγωμένο νερό. Να σου κρουσταλιάζει τα δόντια. Κι οι γονείς βρίσκαν ευκαιρία να μας καταβρέξουν για να μας ξεπλύνουν. Τσιρίζαμε δήθεν από δυσαρέσκεια μα πιο πολύ από ηδονή. Αλλά τσιρίζαμε και για τ’ αλάτι που έφευγε, κι ίσως από τη βαθεία επίγνωση ότι άρχιζε το τέλος. Το τέλος μιας καλοκαιριάτικης Κυριακής στα μέσα του εξήντα.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά περπατώντας στον Άλιμο, στο παρκάκι δίπλα στην Όστρια, όπου έβλεπα αραδιασμένες οικογένειες κάτω από δεντράκια με ισχνή σκιά, να απολαμβάνουν την μετά το μπάνιο ραστώνη.

Κι είδα κι άλλα: φαγητά στρωμένα σε πετσέτες στο γκαζόν, μωρά που κοιμόντουσαν σε αγκαλιές στοργικές κάτω από τρυφερά βλέμματα, άντρες με κοντό φανελάκι κι άχαρα σόρτς, γυναίκες με ολόσωμα μαγιώ και πόδια που τα ζωγράφιζε η φλεβίτιδα, πλαστικές παντόφλες παρατημένες, σαμπρέλες και κάτι φτηνά παιγνιδάκια, κι άλλα..

Τι ήταν όλοι αυτοί; Από πια μνήμη ξεπήδησαν; Ποιες φυλακές του χρόνου άνοιξαν και τους άφησαν ελεύθερους; Και γιατί μιλούσαν όλοι ακατάληπτες γλώσσες, σαν να κάθονταν πάνω στο χορταριασμένο χάλασμα της Βαβέλ;

Η ιστορία μας εκδικείται. Αυτά που κρατάμε μέσα μας με αγάπη, τα ντύνει σε άλλα σώματα, ξενητεμένα, κι ύστερα τα στήνει μπροστά μας να τα καταφρονέσουμε. Να πούμε πως βρωμίζουνε τον τόπο μας. Να πούμε να πάνε από κει που ‘ρθανε. Να αισθανθούμε μεις ανώτεροι και πολιτισμένοι.

Μα το φοβερό μυστικό είναι πως αν φύγουν, θα απαγάγουν και το δικό μας αθώο χτες. Κι εμείς θα βυθιστούμε στη λήθη που τις Κυριακές κάνει μπάνιο στο Σούπερ Παραντάϊζ… Κι είναι αλλιώς αυτή η αλμύρα. Καίει…

Advertisements

Single Post Navigation

24 thoughts on “Της Κυριακής η αλμύρα…

  1. «Μα το φοβερό μυστικό είναι πως αν φύγουν, θα απαγάγουν και το δικό μας αθώο χτες».
    Κατ’ αρχήν, θέλω να σε συγχαρώ. Το ύφος γραφής σου είναι καταπληκτικό, η αφηγηματική σου άνεση θαυμαστή.
    Κιαν κοπιάρησα μια από τις τελευταίες φράσεις σου, είναι για να εκφράσω μια διαφωνία μου.
    Το δικό μας χθες, αγαπητέ μου Χαρτοπόντικα, δεν είναι αθώο. Ποτέ δε ήταν…

  2. Σχόλιο χαζοχαρούμενο, για να εκτονωθεί η άφατη συγκίνηση που μου προκάλεσες με αυτό το ποστ:

    «Έχεις και κότερο? Πάμε μια βόλτα?»

  3. Απλά, υπέροχα γλυκόπικρο….

  4. αγοράκι ήταν η βαρκούλα; Ωραίο όνομα πάντως! 😉

    μελαγχολική διάθεση καλοκαιριάτικα, βρε ποντίκι μου;

  5. έχεις γίνει πολύ ποιητική κι ευαίσθητη ψυχή… για να δούμε πού θα πάει αυτό…
    πολλά μου θύμισε αυτή η photo…
    ό,τι και να κάνουμε, όπως και να ζήσουμε, γιατί άραγε επιστρέφουμε πάντα στα πολύ παιδικά μας χρόνια; μάλλον γιατί τότε την ευθύνη την είχαν άλλοι.

  6. Κάποιο πρόβλημα στο στήσιμο της σελίδας σου, δεν μ’ αφήνει να διαβάσω το Post… μόνο σ’ εμένα συμβαίνει;
    😦

  7. οσι ο καιρος περναει, τοσο η διασκεδση και οι απολαυσεις παιρνουν αλλο χρωμα και αλλο χαρακτηρα.

    μα στο Θεο που (δεν) πιστευεις….ειναι δυνατο να διασκεδαζει ο κοσμος στιβαγμενος μεσα σε 1000 κορμια, 1500 πετσετες, τρελες νοτες, και καταφρονητικα βλεμματα ???

    αλλαξε ο κοσμος ή εμεις τον αλλαξαμε?

  8. Αγαπητέ Χαρτοπόντικα, δεν είναι θέμα αφορισμού. Προσωπικά το θεωρώ αυτονόητο ότι το χθες δεν ήταν ποτέ αθώο, όπως δεν είναι το σήμερα, όπως δε θα είναι το αύριο. Μας αρέσει να βλέπουμε στο παρελθόν μια αθωότητα, βολευόμαστε πίσω από τη νοσταλγία, τη γλυκιά ανάμνηση (την οποία ο νους έχει αυτή τη μυστηριώδη δυνατότητα να τη γλυκαίνει ακόμα περισσότερο -κάτι που, αντιστρόφωα ανάλογα, ισχύει και με τις πικρές αναμνήσεις). Όχι, δεν είμαι πεσσιμιστής ή στριφνός(κάθε άλλο), ούτε απορρίπτω ελαφρά τη καρδία το παρελθόν -όποιος λησμονά το χθες, δεν έχει θέση στο σήμερα, πόσο μάλλον στο αύριο). Απλώς θεωρώ εύκολη λύση να εξωραΐζουμε αυτό που πέρασε για να δικαιολογήσουμε αυτά που περνάμε…
    Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες, αλλά είμαι κάπου στην Πελοπόννησο, με ένα αρχαίο λάπτοπ και μια σύνδεση που σπάσει νεύρα (για να μην πω τίποτ’ άλλο…). Τα λέμε, αν επιμένεις, αναλυτικότερα από αύριο.

  9. Είναι morgana είναι δυνατόν. Το έζησα χθες στη Λούτσα και ήταν ακριβώς όπως το λέει ο Χαρτοπόντικάς και το καταδιασκέδασα. Με δικαιολογία το παιδί, χωρίς δήθεν, απλή απόλαυση.

  10. Ποντικάκι,

    Μ’ αρέσει ο τρόπος που συνδέεις το αθώο χτες με το ένοχο σήμερα. Δυστυχώς, έχουμε βραχεία τη μνήμη και μας φταίνε πάντα οι άλλοι που κάποτε είμασταν εμείς.
    Το ποστ σου είναι τρυφερό, καλοκαιρινό, αλμυρό και αφάνταστα δροσερό!

  11. @krotkaya Μελαγχολική; Δεν θα το έλεγα..

    @raffinata Ναι με έχει ταλαιπωρήσει πολύ αυτό το template. Το μαντάρισα. Ελπίζω να το βλέπεις τώρα.

    @morgy Το ρωτάς αυτό σε ένα αγοραφοβικό;

    @alcimede Να δούμε, θα γράφει για το μπάνιο του 40 χρόνια μετά;
    😉

  12. @ αλεπού Γράφαμε μαζί γι αυτό δεν σε περιέλαβα στην προηγούμενη απάντηση. Σ’ ευχαριστώ για τα καλά λογάκια

  13. @markos Δεν ξέρω γιατί επιστρέφουμε, απλώς μερικές φορές είναι επιτακτικό…

    @christos fasoulas Προσυπογράφω την άποψί σου από μια ηλικία και πάνω. Για την ηλικία των 5 τι μη αθώο μπορείς να βρείς;

  14. @christos fasoulas, an lu. Σας ευχαριστώ.
    Χρήστο πρέπει όμως να εξηγήσεις τον αφορισμό σου

    @cd Τι το θες το κότερο
    έχω σκαρί ανώτερο 🙂

  15. Δεν το ξέρεις ότι εκτός από το πόσο γλυκό κάνει το καρπούζι η παιδική ηλικία, εξίσου όμορφη κάνει την μαμά και εξίσου δυνατό τον μπαμπά;

    Άλλωστε, δίπλα σε κάθε παραλία υπάρχει μια πύλη στο χωροχρόνο που σε γυρνά στην παιδική ηλικία σου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βγάλεις τα γυαλιά μυωπίας. Τότε όλα γίνονται ίδια. :^)

  16. http://www.blogger.com/comment.g?blogID=23098435&postID=115271347951495446

    Ρίξε μια ματιά. Ίσως απαντήσει στο ερώτημα που μου έθεσες για την παιδική αθωότητα…

  17. κάτι θέλεις να πιάσεις απ’ την αρχή η λαθεύω?

  18. @padrazo Κάτι θέλω να πιάσω από την αρχή; Χμ, δεν ξέρω. Μ’ αρέσει να αφήνομαι στην γοητεία των αναμνήσεων αλλά γενικά η κατεύθυνσή μου ειναι προς τα μπρος

    @mpampakis Καλωσόρισες και τι σύμπτωση γιατί μόλις χτες σε ανακάλύψα και σε διάβαζα.
    Να βγάλουμε τα γυαλιά της μυωπίας;;; Οξύμωρο. Τότε βλέπεις λιγώτερο!
    🙂

    @christos fasoulas
    Με παρασέρνεις σε μια πιο φιλοσοφική συζήτηση και δεν είχα τέτοια πρόθεση μ’ αυτό το ποστ. Ας είναι. Διάβασα το διάλογο που παραθέτεις.
    Θα το προσεγγίσω από δυο μεριές
    Μια πιο ορθολογική: Αν μιλάμε για αθωότητα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε σε σχέση με ποιά πράξη, γιατί ο όρος, όντας τρόπον τινά δικανικός, αναφέρεται στην απόδοση μιας ‘κατηγορίας’ και στην υιοθέτηση (=ενοχή) ή απόρριψή της (=αθωότητα).
    Ποιά κατηγορία βαραίνει ένα παιδί;
    Στην πρόθεση μπορεί κάλλιστα να έχει ότι κι οι μεγάλοι: να κρύβεται, να δολοπλοκεί, να αδικεί κτλ.
    Αν αυτές είναι οι κατηγορίες, τότε δεν υπάρχει παιδική αθωότητα.
    Αφού δεν υπάρχει αθωότητα στην πρόθεση, δεν υπάρχει και στην πράξη.
    Αλλά μια και το πιάσαμε δικανικά, για να βγάλουμε κρίση δεν κοιτάμε μόνο αν υπάρχει πράξη και πρόθεση, αλλά αν υπάρχει και καταλογισμός.
    Κι εδώ το παιδί είναι αθώο. Γιατί ο καταλογισμός ορίζεται μέσα από τη διαμόρφωση συνείδησης που είναι μια κοινωνική διαδικασία και σ’ αυτήν το παιδί έχει δρόμο. Δεν λέω πως δεν έχει συνείδηση, αλλά δεν έχει την συνήθη συνείδηση του ενήλικα που αυτήν διαθέτουμε τώρα για να κρίνουμε. Ως ασύνειδο όν το παιδί είναι αθώο. Και το κοινό αίσθημα ότι υπάρχει μια χρυσή εποχή στη ζωή μας, που είμαστε αθώοι, σ’ αυτό αναφέρεται.

    Πιο προσωπικα: η αθωότητα στην ιστορία μας δεν έχει εξωτερικά κριτήρια. Έτσι τη νοιώθουμε γιατί ίσως δεν είμαστε ευχαριστημένοι από την πορεία που ακολουθήσαμε, ή τις επιλογές που κάναμε. Πόσοι ισχυρίζονται ότι δεν θα άλλαζαν απολύτως τίποτα στη ζωή τους αν μπορούσαν;
    Η αθωότητα της παιδικής ηλικία είναι λοιπόν η αθωότητα μου σε σχέση μ’ αυτό που τώρα βιώνω ως μη αθώο.

    The ball is in your court now…

  19. Τώρα που το σκέφτομαι αθωότητα είναι να βλέπεις τα πράγματα χωρίς προκαθορισμένη γνωστική τοποθέτηση περί αυτών, απαραίτητη τόσο σε ένα επιστήμονα όσο στον κάθε ταξιδιώτη αυτού του κόσμου (είτε ενήλικα είτε παιδί)

  20. Η σύμπτωση επιβεβαιώνει ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντιώνται!
    Επιβεβαιώνει επίσης ότι η Ντόλυ είναι κάτι σαν «σχολιασμένο» μόνιτορ της ελληνικής μπλογκόσφαιρας. :^)
    (μπορεί και να με κρεμάσει ανάποδα που την είπα μόνιτορ….)

  21. Από πού το ξεκινήσαμε κι ως πού το τραβήξαμε (το τράβηξα, για την ακρίβεια)…
    Οι απόψεις σου για την παιδική αθωότητα είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένες και με βρίσκουν σύμφωνο, σε γενικές γραμμές. Όμως το θέμα είναι τεράστιο για να χωρέσει μέσα σε «γενικές γραμμές».
    Εδώ και 7 χρόνια, παρακολουθώ συνεπαρμένος τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις, το ΜΕΓΑΛΩΜΑ της κόρης μου. Και κάποια στιγμή αποφάσισα να καταγράψω τις εντυπώσεις μου (όχι, ασφαλώς, για την κόρη μου αυτή καθαυτή, την κόρη μου τη χρησιμοποιώ ως ερέθισμα, ως «πειραματόζωο» ενός εκκολαπτόμενου συγγραφέα, αν προτιμάς -με την καλή έννοια, ελπίζω!).
    Ε, λοιπόν, φίλε χαρτοπόντικα, τα ‘χω βρει μπαστούνια! Και να ‘σαι σίγουρος ότι απόψεις σαν τις δικές σου και του αγαπητού μου Μάνου Κοντολέων θα μου φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες.
    Όσο για το πώς εννοούσες στην ιστορία σου την αθωότητα του χτες, σωστά το έχεις θέσει. Συναισθηματικά, για τον καθένα μας, το χτες είναι πάντα αθώο. Και η -όποια- ενοχή, τι διάολο, έχει παραγραφεί ύστερα από τόσα χρόνια…

  22. Ποντίκι, τι ζήλεψες στα ένδοξα Παρίσια; Μας έλλειψες!!!

  23. κατέβασμα στην Πειραϊκή φορώντας βατραχοπέδιλα (!!!), βουτιές από τα βράχια, γυρισμός με αλατισμένο χιλιομπερδεμένο μαλλί, προσμονή για τηγανητές πατάτες :))
    έτσι τα «βλέπω» εγώ, η μητέρα μου μπορεί να τα «έβλεπε» αλιώς, τότε…

  24. Ποντίκι, τι γίνεται με το θέμα σου; Πήγες να μάθεις γαλλικά στο Παρίσι; Άντε, τελείωνε, γύρνα πίσω κι εχουμε θέματα να λύσουμε λέμε!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: