Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Η εκπλήρωση

Με το ένα χέρι να μετράει στην τσέπη τις γόπες που είχε μαζέψει από το πρωί και το άλλο να σπρώχνει το καρότσι του σουπερμάρκετ στο οποίο είχε φορτωμένο το πενιχρό βιός του, ο Σαβούρας πλησίαζε αργά το παρκάκι που έστρωνε κάθε βράδυ να κοιμηθεί.

Το πραγματικό του όνομα δεν το ήξερε κανένας κι ο ίδιος καλά καλά το είχε ξεχάσει, τόσο καιρό -ζωή ολόκληρη- ρακοσυλλέκτης. Χρόνια πριν, κάποιο πιτσιρίκι τον βάπτισε «Σαβούρα» και του ‘μεινε. Δεν είχε ανάγκη από όνομα άλλωστε. Το όνομα είναι για να σε προσφωνούν γνωστοί και φίλοι και τέτοιους δεν διέθετε. Θα είχε μάλιστα ξεχάσει και να μιλάει αν δεν συνδιαλεγόταν ακατάπαυστα με τον εαυτό του. Μόνο προς το βράδυ σώπαινε, όχι για να κοιμηθεί αλλά για να πιει και να καπνίσει -όλες τις γόπες που είχε μαζέψει από το πρωί- κι ύστερα να αναπολήσει τα νεαρά κορίτσια που είχε συναντήσει μες τη μέρα και που παρά τα φευγαλέα βλέμματα που τους έρριχνε, κατόρθωνε να θυμάται με λεπτομέρεια φωτογραφική. Ως το βράδυ όμως. Γιατί ύστερα ο κρύος κι άβολος ύπνος κι η μπουκάλα το κρασί, ξέπλεναν τη μνήμη του ολοκληρωτικά.

Πριν αρχίσει να ναρκώνεται προλάβαινε πάντα να θωπεύσει νοερά τα νεαρά κορμάκια των συναπαντημάτων του που όσο μικρώτερης ηλικίας ήταν, τόσο πιο ποθητά τα εύρισκε. Ως εκεί έφτανε. Ποτέ οι θωπείες δεν δραπέτευαν από τη σκέψη προς την πράξη. Βοηθούσε κι η ανάμνηση της ολιγοήμερης φυλάκισης πριν είκοσι χρόνια, όταν σαραντάρης ακόμα, είχε πανικοβάλει μια μαμά πλησιάζοντας επικίνδυνα την κόρη της -πιο πολύ με τη σκαμμένη όψη του και την αποφορά, παρά με τις πράξεις του- που με τις φωνές της προκάλεσε την παρέμβαση δυο περαστικών αστυφυλάκων.

Με την πρώτη γόπα και την πρώτη γουλιά ένοιωθε μια ζέστα στα σωθικά του, ζέστα που συνδαύλιζε την ερωτική όρεξή του και που έστηνε το παλκοσένικο των μνημονικών καταγραφών της μέρας για να επιλέξει την πιο όμορφη και την πιο ζωηρή και να την πεθυμήσει. Να την πεθυμήσει πολύ. Μέχρι πόνου. Και να αισθανθεί πάλι πως ζει.

Αυτό πίστευε: όσο επιθυμούσε, ζούσε. Δεν είχε σημασία η εκπλήρωση. Είν’ έτσι κι αλλιώς προσωρινή, παιδικό κουβαδάκι με νερό απέναντι στην μαινόμενη πυρκαγιά του δάσους…

Δεν κατέφευγε καν στην πατροπαράδοτη μέθοδο ικανοποίησης των καταφρονεμένων, στον αυνανισμό. Όλα γίνονταν εντός. Εντός του μυαλού και της ψυχής του. Άρρωστο; Ε, δεν ήταν και κανένα υπόδειγμα υγείας γενικώς.

Στο γνώριμο στέκι -άπλωσε το λερό σλήπιν μπαγκ που είχε τυλιγμένο σε μια μαύρη σακκούλα σκουπιδιών, ασφάλισε το καρότσι πλαγιαστό κάτω από το παγκάκι – αφενός για να μην του το πάρει κανείς, αφετέρου γιατί το μέρος που εξείχε του χρησίμευε σαν τραπεζάκι για την μπουκάλα-, μέτρησε για πολλοστή φορά τις γόπες του. … δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερεις, δεκαπέντε, τρείς γόπες ένα τσιγάρο, είχε πέντε ολόκληρα τσιγάρα διαθέσιμα, κι ήπιε ήσυχα την πρώτη γουλιά.

Ύστερα έπιασε να μετράει τις κοπελούδες, δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερεις, δεκαπέντε κι αυτές, ωραία, μια για κάθε γόπα σκέφτηκε. Να ‘ταν κι οι γουλιές δεκαπέντε! Αλλά το κρασί ποτέ δεν του φτούραγε. Έτσι πως γέμιζε το στόμα ξέχυλα στην κάθε γουλιά, με πέντε ρουφιές άσπρο πάτο το μπουκάλι, αν ήταν γεμάτο δηλαδή…

Όταν είχε σβήσει και την τελευταία γόπα, είχε ουρήσει στο διπλανό δέντρο και φυλάξει την άδεια μπουκάλα σαν παλιό ρολόϊ κειμήλιο ή βαρύτιμο χρυσαφικό, άρχισε να γλαρώνει αργά αποχαιρετώντας τον χορό των καλίπυγων παρθένων της μνήμης του. Δεν γλίστρησε στον ύπνο όμως. Γιατί κάτι σαν βογγητό τάραξε την επερχόμενη νιρβάνα.  Στο ημίφως είδε μια λιγνή σκιά να περιφέρεται ζαλισμένα, ενώ τώρα στ’ αυτία του έφταναν σκόρπια λόγια.

«Που είσαι ρε Λάκη… γαμώ τη μάνα σου κωλοπαιδαρά… πάλι θα μου την κάνεις ρε μαλάκα… αφού δεν βλέπω την τύφλα μου… που είσαι ρε Λάκη;»

Όταν η σιλουέτα είχε πλησιάσει αρκετά, ο Σαβούρας διέκρινε μια αδύνατη κοπέλα, με ένα μόνο T-shirt ντυμένη παρά το χειμωνιάτικο κρύο. «Πρεζόνι», σκέφτηκε, έχοντας επανέρθει σε εγρήγορση. Είχε κακιά πείρα…

«Εσύ είσαι ρε μαλάκα;» του απεύθυνε την ερώτηση το αδύνατο κορίτσι.

«Ναι;»

«Εσύ είσαι ρεεε; Πως κουκουλώθηκες έτσι;;»

«Δεν είμαι ο Λάκης. Δίνε του»

«Μη με στέλνεις ρε Λάκη. Δεν φτάνει που μου βούτηξες το μπουφάν με τα φράγκα»

«Δίνε του λέμε, δεν είμαι ο Λάκης».

«Ασε να ξαπλώσω κι εγώ ρε μαλάκα. Κρυώνω», είπε κείνη έχοντας πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής πια. Άρχισε να τραβάει το φερμουάρ του σλήπιν μπαγκ για να τ΄ανοίξει.

Ο Σαβούρας πήγε να αντισταθεί αλλά όταν η άκρη του ματιού του έπιασε το πρόσωπό της, κέρωσε. Αν αφαιρούσες τους μεγάλους κύκλους και τα ρουφηγμέναμάγουλα, ήταν σωστό κουκλάκι, δεν πρέπει να ‘χε πατημένα τα δεκαπέντε.

Δεν αντιστάθηκε. Ήταν φανερό πως η μικρή μες την τεράστια μαστούρα της δεν αναγνώριζε τίποτα. Έσπρωχνε ήδη να χωθεί στο σλήπιν μπαγκ του. Ένοιωσε το παγωμένο δέρμα των χεριών της να τον ακουμπάει κι ανατρίχιασε. Κι η ανατριχίλα έγινε πανικός όταν ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό του.

«Είσαι μαλάκας ρε Λάκη» του είπε ξέπνοα αλλά πιο τρυφερά τώρα το κορίτσι που δεν άργησε να κοιμηθεί.

Ο Σαβούρας ένοιωθε το αίμα του να χτυπά στα μηνίγκια σαν κανιβαλικό ταμπούρλο. Το σώμα του είχε πυρακτωθεί. Ο σφυγμός έγινε τόσο δυνατός που νόμιζε πως θα τον άκουγαν μέτρα μακρυά. Αλλά δεν κινιόταν. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τη μικρή, δεν ήθελε να σταματήσει να ακουμπά πάνω του. Θα μπορούσε να την χαϊδέψει, να της κάνει όλα όσα είχε με το νου του κάνει τόσες και τόσες φορές σε τόσες και τόσες μικρές…

Κάτι τον έδενε…

«Όσο επιθυμείς, ζεις», σκεφτόταν, ξανά και ξανά. Όμως το στόμα της περιοδικά  πλησίαζ’  επικίνδυνα το δικό του κι η ανάσα της του καψάλιζε το μάγουλο.

Ώρα πολλή είχε παλέψει με τον εαυτό του. Όσες φορές είχε αποφασίσει να τολμήσει, άλλες τόσες δίστασε. Κι η νύχτα κι η κούραση βάραιναν τα μάτια του. Θα ‘χε μόλις κοιμηθεί όταν κάτι ζεστό κι υγρό στο ξεραμένο πανωχείλι του τον ξύπνησε. Η μικρή, κοιμισμένη ακόμα, παραδομένη στ’ όνειρο της πρέζας και του ύπνου, τον φιλούσε…

Την άλλη μέρα το πρωί κάποιοι περαστικοί τον βρήκαν πεθαμένο και τα πράγματά του σκόρπια ένα γύρω. Οι γιατροί στην νεκροψία δεν εντόπισαν κάποια εμφανή αιτία θανάτου. Ανακοπή καρδίας ήταν το πόρισμα. Στον νοσοκόμο όμως που τον είχε κουβαλήσει έκανε εντύπωση κάτι που πρώτη φορά έβλεπε σε πτώμα: οι μυς του προσώπου παρέμεναν συσπασμένοι σε χαμόγελο.

Advertisements

Single Post Navigation

19 thoughts on “Η εκπλήρωση

  1. Έτσι λοιπόν, μερικές φορές ένα χαμόγελο κοστίζει μια ζωή, και ζεις για μια εκπλήρωση. Ακόμα κι αν δεν χρειάζεσαι όνομα.

    (Συμπτωματικά, πριν λίγες ώρες διάβαζα τα ακόλουθα: «Τα αποτελέσματα […] που έδειχναν ότι δεν υπήρχε ίχνος αλκοόλ στο αίμα του […] δεν θα επηρέαζαν στο παραμικρό τις εικασίες τους […]. Ο κόσμος περιμένει από έναν μπεκρή να πεθάνει σαν μπεκρής […], ακόμη και όταν δεν είναι πιωμένος».)

  2. @dizzydream Από που το απόσπασμα; Ταιριάζει αρκετά.

  3. Είναι εξαιρετικό! Άσε που μου θυμίζει έναν τύπο που βλέπω συχνά στον δρόμο και μοιάζει με τον Σαβούρα όπως τουλάχιστον τον φαντάστηκα. Έτσι κι αυτός: πίνει και ζητάει τσιγάρα απ’ τους περαστικούς.

  4. Πολύ ανθρώπινο, κύριε Πόντικα.

  5. @αλεπού Merci Αλεπού 🙂

    @Μαύρος Γάτος Merci και σεις κύριε γάτε

  6. Είναι από το «Η αστυνομία της βιβλιοθήκης» του Stephen King. Ίσως είναι το μόνο κομμάτι που ταιριάζει…

  7. καλημερα,

    πολυ συγκινητικη ιστορια…αναρωτιεμαι…αν πραγματι το προσωπο ενος ανθρωπου μπορει να ειναι καθρεπτης της ψυχης του και μετα τον θανατο του! ειναι κατι που ακουω συχνα τον τελευταιο καιρο.

  8. @dizzydream Δεν το ξέρω αλλά ευχαριστώ για την πληροφορία

    @avra Απ’ότι ξέρω δεν γίνεται: οι μυς χαλαρώνουν και δεν υπάρχει ‘έκφραση’. Εσύ που διάβασες για το αντίθετο;

  9. Εξαιρετικό συμ. Το απόλαυσα.

  10. Υποθετω οτι γραφεται με χρηση ποιητικης αδειας, χρησιμοποιειται ευρεως σε λογοτεχνικα κειμενα, ηταν περισσοτερο ρητορικη ερωτηση παρα πραγματικη…

    καλη σας μερα

  11. @avra την ίδια ποιητική άδεια που χρησιμοποίησα κι εγώ 😉

  12. Δεν θέλω να πω τα κλασικά καλά λόγια-για το θέμα και τον τρόπο έκφρασής…
    Τόσο ωραίο, που καλύτερα το απολαμβάνεις χωρίς σχολιασμούς. Μπράβο, κι ευχαριστώ.

  13. @lemon Εγώ σ’ ευχαριστώ λεμονάκι

  14. εγώ πάλι ανατρίχιασα με την ικανότητα του ανθρώπου να εφευρίσκει απολαύσεις μέσα σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης. μία γόπα, δυο γουλιές κρασί φτάνουν για να γλυκάνουν τον κόσμο που έχεις πλάσει για τον εαυτό σου.

  15. @ΤΖΙΝΑ Φτάνουν ή μόνο αυτές μένουν;
    😉

  16. Μου αρέσει που σπέρνεις προβληματισμό. Επιμένω στο «φτάνουν». Το «μόνο αυτές μένουν» ενέχει απαισιοδοξία. Άλλωστε αρνούμαι να πιστέψω ότι ο κύριος Σαβούρας ήξερε ότι η γόπα που κρατούσε και η γουλιά που γλύκαινε τη γεύση του ήταν οι τελευταίες του. Εκνευριστικά ρομαντική ή απελπιστικά επιφανειακή?

  17. Εξαιρετικό κομμάτι!

  18. @ΤΖΙΝΑ Δεν εννοούσα ότι του μένουν επειδή πρόκειται να πεθάνει αλλά επειδή η ανέχεια δεν του επέτρεπε άλλο τι

    @Πάνος Ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: