Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Ιστορίες από μια Ρέμινγκτον

Όσα έχω κατά καιρούς γράψει για βιβλία και συγγραφείς, προέκυψαν γρήγορα κι αυθόρμητα. Κι αυτό γιατί γράφω μόνο για πράγματα που νοιώθω οικεία και που έχουν αφήσει το ίχνος τους πάνω μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Το να γράψω όμως για το «Από το στόμα της παληάς Ρέμινγκτον» του Γιάννη Πάνου, ενέχει πολλές δυσκολίες γιατί:

α. Δεν νοιώθω εξοικειωμένος με τη νεώτερη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

β. Δεν έχω αφομοιώσει το βιβλίο που τελείωσα μόλις προχτές.

γ. Δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις να εντάξω την θεώρησή μου μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας, ελληνικής και ξένης.

δ. Ο τίτλος μ΄ είχε προκαταβάλει αρνητικά όταν τον είχα ακούσει στις αρχές του ’80. Ακόμα τον θεωρώ άκομψο παρότι έχει τη λογική του σε σχέση με το έργο.

Αν πρόκειτο για κάποιο άλλο νεώτερο μυθιστόρημα δεν θα είχα τέτοιους δισταγμούς, όμως το συγκεκριμένο, το πρώτο από τα δύο μόνο, του σχετικά πρόσφατα εκλιπόντος Γιάννη Πάνου, που πρωτοκυκλοφόρησε στην Θεσσαλλονίκη το 1980, έχει αποκομίσει τα εύσημα πολλών γνωστών κι έγκριτων κριτικών (δείτε π.χ. το κείμενο του Μισέλ Φαϊς, «Ο ατέρμων κοχλίας της αφήγησης») , κι υπάρχει συνεπώς ένα προδεδικασμένο που μουδιάζει την κριτική θεώρηση.

Ας τολμήσω.

Το βιβλίο είναι η ιστορία ενός δασκάλου και του άτυχου έρωτά του. Εποχή το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Και τόπος η Κυνουρία, η Αθήνα, το Κάϊρο κι η Αλεξάνδρεια. Παρακολουθώντας τα γεγονότα να εκτυλίσσονται, αναπόφευκτα παρακουλουθεί κανείς και την ιστορία του τόπου μας στην εν λόγω περίοδο. Κι, όχι ίσως τυχαία, οδηγείται κανείς να παραλληλίσει τις ατυχίες του ήρωα με τις ατυχίες της χώρας.

Η πρωτοτυπία του βιβλίου, και τονίζω εδώ ότι δεν πρόκειται για πρωτοτυπία που επιζητεί την πρωτοτυπία, αλλά για κάτι που προκύπτει αβίαστα από την προβληματική του συγγραφέα και από την προσέγγισή του στο θέμα του, είναι αυτό που θα έλεγα το πρίσμα της αφήγησης.

Αφηγητής είναι κατ΄αρχήν ο ίδιος ο συγγραφέας που εξαρχής μας εκθέτει την πρόθεσή του να γράψει ένα βιβλίο για τον Δημήτριο (που συμβαίνει να είναι θείος του), ερευνώντας τα χαρτιά του τελευταίου, συνεπικουρούμενος από τις μνήμες του και τις αφηγήσεις των οικείων. Πολύ γρήγορα ο αναγνώστης έχει πληροφορηθεί το γενικό σχέδιο των γεγονότων της ζωής του ήρωα. Από κει και πέρα η αφήγηση αρχίζει μια μυστήρια και γοητευτική παλινδρόμηση σε χρόνο και πρόσωπα: οι σταθμοί της ζωής του Δημήτριου δεν δίνονται με χρονολογική σειρά αλλά με ένα συνεχές πήγαιν’ έλα ανάμεσα στα παλαιότερα και στα πιο πρόσφατα.

Επι πλέον ο συγγραφέας παύει να είναι ο αφηγητής και αναλαμβάνει αυτό το ρόλο ο ίδιος ο Δημήτριος για να τον δώσει με τη σειρά του και σ’ άλλα πρόσωπα της ιστορίας και πάλι από την αρχή. Οι εναλλαγές αυτές γίνονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και μέσα σε κάθε κεφάλαιο. Το πραγματικό συγχέεται με το όνειρο του ήρωα. Κάθε ‘μικροαφήγηση’, στον τόπο, χρόνο και με τον αφηγητή που της αρμόζει απαρτίζει μια όψη του πρίσματος της συνολικής αφήγησης. Σαν τέτοια έχει μια αυτοτέλεια και μερικές φορές έχει την αίσθηση κανείς ότι διαβάζει ηθογραφία στις καλύτερές της στιγμές.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει ‘φωνακτά’ τις απόψεις του για το ίδιο του το έργο, την προβληματική για το πως πρέπει να ανοίξει και να κλείσει το μυθιστόρημα και πως πρέπει να προαχθεί ο μύθος. Από τις αναφορές του καταλαβαίνουμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο πολύ διαβασμένο αλλά που δεν επιδεικνύει τη γνώση του, ιστορική ή λογοτεχνική.

Η γλώσσα του συγγραφέα, πλούσια και σφικτή συγχρόνως, ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα σε παλαιότερο δημοτικό λόγο και νεώτερες μορφές.

Τελειώνοντας το βιβλίο μένει κανείς με την απορία: Όχι πώς το σκέφτηκε, αλλά πώς σκέφτηκε έτσι, μ΄αυτή τη θαυμαστή ιδιορρυθμία.

Δεν μπορώ να αποφασίσω ακόμα αν πρόκειται για ένα πειραματικό βιβλίο που όσο αξιοθαύμαστο κι αν είναι, θα μείνει μόνο κι έρημο στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, ή αν προεικάζει και προαναγγέλλει μια νέα τροπή στην πεζογραφία.

Αν θα δημιουργήσει σχολή δηλαδή, κι αν θα βρει μιμητές και συνεχιστές.

Οπωσδήποτε το γεγονός ότι είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο. Απορεί κανείς πως προέκυψε αυτή η συγγραφική ωριμότητα στο πρώτο του κιόλας πόνημα. Δεν έχω διαβάσει το δεύτερο βιβλίο του και δεν ξέρω αν υπήρξε εξέλιξη ή συνέχεια.

Πάντως για ένα είμαι σίγουρος. Το μικρό πάνθεον με τους ολιγόγραφους συγγραφείς που απαρτίζει τους δικούς μου εφέστιους, βρήκε στον Πάνου ένα νέο ημίθεο.

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Ιστορίες από μια Ρέμινγκτον

  1. έχω περιέργεια πού θα καταλήξει αυτή η νέα εμμονή με την ποίηση και τη λογοτεχνία

  2. @markos-the-gnostic Γιατί εμμονή και γιατί νέα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: