Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Πίετε εξ αυτού πάντες

Ο Γερασιμάκης ήταν ο Βενιαμίν της οικογένειας. Στην ηλικία των τεσσάρων ήταν ακόμη αρκετά μικρός για να μην τον βάζουν να βοηθάει στο μαγαζί. Αλλά κι αρκετά μεγάλος για να κυκλοφοράει ελεύθερος ανάμεσα στους θαμώνες.

Πριν την Κατοχή, η  Ταβέρνα της γιαγιάς μου στο Τουρκολίμανο ήτανε στέκι ψαράδων, συνήθως πεινασμένων και -κυρίως- διψασμένων για κρασί. Το μόνο στέκι. Δεν υπήρχαν άλλα μαγαζιά τότε, στο μικρό αυτό φυσικό λιμανάκι, που τώρα λυμαίνονται οι καφετέριες και τα ρεστωράν.

Η γιαγιά μου, καθόλου επιχειρηματικό πνεύμα, ανίκανη να εκμεταλλευτεί την μονοπωλιακή θέση, μοίραζε το κρασί εξ ίσου άφθονα με τα βερεσέδια. Και για να μην κατεβαίνει ξεροσφύρι, περνούσε τις μέρες της μέσα στην κουζίνα, ζυμώνοντας, πλάθοντας, μαγειρεύοντας, ψήνοντας, τηγανίζοντας, για να ταΐζει τους φουκαράδες ή τους ακαμάτηδες -ήταν ζήτημα κοινωνικής θέσης το πως θα τους χαρακτήριζες.

Ο Γερασιμάκης, ειδικά τις πιο κρύες μέρες, έπαιζε μες την ταβέρνα. Τρύπωνε κάτω από τραπέζια και καρέκλες κυνηγώντας τις γάτες, ή συνδιαλεγόταν -τρόπος του λέγειν- με τους μεθυσμένους πελάτες που με την όραση που δίνει το κρασί έβρισκαν τον κόσμο πιο όμορφο, και γινόντουσαν πιο καταδεκτικοί να ασχοληθούν με το μυξιάρικο. Μέχρι που το έλεγαν και χαριτωμένο. Κάποιοι τον κάθιζαν στα γόνατα και του τραγουδούσαν με άγριες φάλτσες φωνές. Κι αν αυτός ήταν ανήσυχος και δεν ήθελε κανακέματα, δεν πείραζε. Το τραγούδι θα συνέχιζε έτσι κι αλλιώς.

Την είχε συνηθίσει αυτή την εικόνα ο Γερασιμάκης: τους μουστακαλήδες άντρες με τα χνώτα που μύριζαν όπως και τα βαρέλια στην αποθήκη, τις ανάκατες άγριες φωνές, τα καρτούτσα και τα μισόκιλα που πηγαινοέρχονταν, τους ήχους από τα πηρούνια στα πιάτα και τα ποτήρια που υψώνονταν στον αέρα για να συγκρουστούν με κρυστάλλινο ήχο.

Ο πατέρας του συχνά τον συμβούλευε να μην μπλέκει στα πόδια των μεθυσμένων γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν.

Αυτό το τελευταίο το είχε εμπεδώσει. Είχαν βοηθήσει κάποιες αναίτιες σφαλιάρες που είχε φάει από θύματα της αμπέλου σε στιγμές μικρής κι αθώας σκανδαλιάς.

Μια Κυριακή,νωρίς το πρωί, η γιαγιά του τον ξύπνησε να τον πάει στην εκκλησία. Πρώτη φορά! Του έβαλαν το καλό παντελονάκι, παπούτσια που τον πόναγαν και τον δυσκόλευαν γιατί γύρναγε ξυπόλητος συνέχεια, καλό πουκάμισο, άσπρο καθαρό και ένα παλτουδάκι που του ερχόταν ως το γόνατο. Τον είχαν κάνει μπάνιο αποβραδίς και τώρα ήταν φρέσκος και αρωματισμένος.

Η γιαγιά του χτένισε τα μαλλιά αφού τα έβρεξε λίγο για να κολλάνε, και του έκανε μια μικρή χωρίστρα. Όση επέτρεπε το κοντό μαλλάκι του. Έπειτα τον πήρε από το χέρι και τράβηξαν για την Αγία Αικατερίνη, μισή ώρα δρόμο.

Στην εκκλησία ο Γερασιμάκης μπήκε φοβισμένος. Το ημίφως των κεριών δεν επέτρεπε να βλέπει καθαρά. Η βαρειά ατμόσφαιρα από την κοσμοσυρροή, τον καπνό των κεριών και τα λιβάνια θύμιζε κάπως τη βαρειά ατμόσφαιρα της ταβέρνας. Μόνο που εδώ η μυρωδιά ήταν πιο γλυκιά. Η γιαγιά του τον ανέβασε να κάτσει σ’ ένα στασίδι στο πλάι της γυναικείας πτέρυγας. Από κει, με πόδια που αιωρούνταν πέρα δώθε μισό μέτρο πάνω από το πάτωμα, μπορούσε να παρατηρεί με ησυχία τα τεκταινόμενα.

Έβλεπε τους γενειοφόρους ιερείς, παπά και διάκο, ντυμένους με πολύχρωμα λαμπερά άμφια, να μπαινοβγαίνουν από την αγία πύλη, και τον ψάλτη μ΄ ένα μαύρο χιτώνα να στέκεται ορθός στη γωνία και να διαβάζει τραγουδιστά μέσα από ένα μεγάλο βιβλίο.

Ο Γερασιμάκης έμεινε ήσυχος για ώρα, κοιτώντας με τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια του. Προς μεγάλη ικανοποίηση της γιαγιάς δεν έδειχνε διάθεση για σκανταλιές και παιχνίδια. Ένα μικρό θαύμα, σκεφτόταν εκείνη.

Μετά από πολύ ώρα ο παπάς βγήκε από την ωραία πύλη κρατώντας ένα χρυσό ποτήρι στο χέρι του ενώ έψελνε φάλτσα «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέεεελθετεεεεε».

Ο κόσμος άρχισε να κινείται αργά, να πλησιάζει τον παπά και να πίνει από το ποτήρι του. Κι ύστερα έπαιρνε ένα κομματάκι ψωμί και το έτρωγε πεινασμένα, να μη μείνει ψίχουλο.

Η γιαγιά κατέβασε το Γερασιμάκη από το στασίδι, τον έβαλε στη γραμμή κι όταν πλησίασαν την ωραία πύλη, τον σήκωσε στα χέρια. Πριν προλάβει καλά καλά να καταλάβει τι γίνεται, ο παπάς του έτεινε ένα κουταλάκι με λίγο ψωμί και κρασί μέσα. Ο Γερασιμάκης το έκανε μια χαψιά μιας και δεν είχε φάει τίποτα το πρωί κι ύστερα άρχισε να μασουλάει το ξεροκόμματο που του έβαλε στο χέρι ένα παπαδοπαίδι που κράταγε ένα μεγάλο πανέρι. Το μασούλαγε ακόμα στο δρόμο της επιστροφής καθότι ήταν σκληρό και μπαγιάτικο, και δεν πήγαινε εύκολα κάτω.

Στο σπίτι ο πατέρας του τον ρώτησε: «Πως ήταν η εκκλησία Γερασικάκη;».

«Ρε μπαμπά. Αυτοί πρωί πρωί τρώγαν, πίναν και τραγουδάγανε. Ήταν όλοι μεθυσμένοι!»

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πίετε εξ αυτού πάντες

  1. Γλύκας ο Γερασιμάκης σου, Συμμαθητή, γλύκας!

  2. γλυκόπικρο και αστείο! πολύ όμορφο!
    παιδικές αναμνήσεις;

  3. @Composition Doll Ένας θείος μου είναι!

    @krotkaya Ευχαριστώ. Όχι, μιλάμε για εποχή πριν το ’40.

  4. Πραγματική μέθεξη η πρώτη εμπειρία του Γερασιμάκη στην εκκλησία!

  5. Από παιδί και απο τρελλό μαθαίνεις την αλήθεια!

  6. κλαπ, κλαπ, κλαπ!

  7. E ρε ο θείος Μάκης… Τις μεταλλαγές των προσώπων με το πέρασμα του χρόνου ως τώρα τις έβλεπα πολύ νοσταλγικά. Τώρα αυτή η νοσταλγία έχει ανακατευτεί με ένα αίσθημα τρόμου…

  8. @αλεπού μέθεξη εκ του μεθάω, ε;;

    @imikrimarika Σωστή!

    @pascal (υπόκλιση)

    @markos-the-gnostic Ναι, άμα κοιτάς πίσω και στο τώρα και προβάλεις προς τα μπρος, έτσι είναι

  9. Ωραίος ο Γερασιμάκης!
    Μπάς και ήτανε ο Μπερεκέτης;

  10. @Γεώργιος Χοιροβοσκός Χαχα, δεν είναι και τόσο μεγάλοι οι της παρέας σου. Μιλάμε για πριν το 40.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: