Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Το «Ταξί» στο γκαράζ του

Για λόγους καθαρά αρχειοθέτησης των κειμένων μου, αναδημοσιεύω εδώ την ιστορία που ήταν στο φιλοξενείο τις δυο προηγούμενες μέρες. Όσοι την διάβασαν μπορούν να … στρίψουν. Όσοι όχι, πάλι μπορούν να στρίψουν, αλλά αν ακολουθούσαν λίγο μακρύτερη διαδρομή, πατώντας το επόμενο λινκάκι, ευτυχείς θα ήμασταν 🙂


Ήταν ένα χειμωνιάτικο βραδάκι. Ο δρόμος σκέτη φρίκη. Έβρεχε πριν δυο τρεις ώρες και η βροχή είχε αφήσει γλίτσα και βρωμόνερα πίσω της. Πάντα μου την έσπαγε να οδηγώ σε γλιστερό δρόμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε και μια διαολεμένη κίνηση: κατέβαινα την Πανεπιστημίου σημειωτόν και περίμενα γύρω στα τρία ανάμματα για το κάθε φανάρι.

Δούλευα απ’ το πρωί κι έλεγα να σταματήσω. Ευτυχώς το ταξί είναι δικό μου κι ό, τι ώρα θέλω το κλείνω. Άφησα έναν πελάτη και κατέβασα το «ελεύθερον» για να μην με σταματήσει κανείς. Μπήκα Γ’ Σεπτεμβρίου κι έκανα στάση στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα. Καθώς επέστρεφα στο ταξί, ένας τύπος με ρώτησε αν πηγαίνω προς Πατήσια. Στον δρόμο μου ήτανε. Του’ πα να μπει μέσα.

«Δεν είναι για μένα, για τα παιδιά είναι», είπε και μου’ δειξε ένα ζευγάρι που περίμενε λίγο πιο πίσω.

«Έστω», είπα τσαντισμένα. «Πες τους να μπούνε».

Δεν τους πολυπρόσεξα γιατί ήμουν απορροφημένος με το άναμμα του τσιγάρου μου. Άκουσα την πόρτα να κλείνει και ξεκίνησα.

Η Γ’ Σεπτεμβρίου ήταν κι αυτή πήχτρα. Προμηνυόταν καθυστέρηση κι έτσι άνοιξα λίγο το ράδιο. Έψαξα τους σταθμούς για λίγο -όχι πως ήλπιζα να βρω τίποτα της προκοπής- κι ύστερα έβαλα μια κασσέτα που την είχα γράψει ο ίδιος σ’ ένα κεντράκι. Ακουγότανε χάλια αλλά είχε πολύ πρώτα κομμάτια, γι’ αυτό δυνάμωσα τον ήχο όσο έπαιρνε.

«Στα κομμάτια η κίνηση», είπα στους επιβάτες. «Αν δεν το διασκεδάσουμε και λίγο, θα μας φανεί αιώνας μέχρι να φτάσουμε. Πού ακριβώς πάτε;»

Μου αποκρίθηκε ο νεαρός, αλλά μιλούσε σιγά και με τη βαβούρα της μουσικής δεν κατάλαβα τίποτα. Χαμήλωσα λίγο τον ήχο και ξαναρώτησα κοιτώντας τον απ’ τον καθρέφτη. Μου’ δωσε μια διεύθυνση στα Πατήσια, αλλά με νευρίασε γιατί καθώς μου μιλούσε φαινόταν να κοιτάει έξω απ’ το παράθυρο.

«Όταν φτάσουμε, μου δείχνεις ακριβώς», είπα γιατί δεν ήξερα τον συγκεκριμένο δρόμο.

Δεν πήρα απάντηση, πράγμα που θεώρησα αγένεια, αλλά δεν μίλησα. Δυνάμωσα πάλι το ράδιο. Αλλά ο τύπος μου’ χε κόψει το κέφι. Τον λοξοκοίταξα απ’ τον καθρέφτη. Ήταν ίσαμε εικοσιπέντε, με δεμένο σώμα και κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά. Φορούσε μια πλεκτή μπλούζα που άφηνε να ξεχωρίζει ο γιακάς ενός άσπρου πουκαμίσου. Γενικά φαινόταν πολύ καλόπαιδο πράγμα που μ’ εκνεύρισε ακόμα περισσότερο, γιατί από πάντα είχα την εντύπωση ότι όλοι αυτοί οι τύποι ήτανε λελέδες, που σπούδαζαν στην καμπούρα του πατέρα τους και δεν ήξεραν να βρουν ούτε στο λεξικό τις λέξεις φτώχεια και μιζέρια.

Εγώ δούλευα απ’ τα δώδεκα…

Έπειτα, άρχισα να κοιτάω την κοπέλα. Γλυκό κοριτσάκι, καστανομάλλικο, αλλά σεμνό και μαζεμένο. Ο τύπος της κρατούσε το χέρι. Τη λυπήθηκα μ’ αυτόν τον ξενέρωτο.

Εντωμεταξύ, είχα καπνίσει το πρώτο τσιγάρο κι άναψα δεύτερο. Το μάτι μου πήρε στον καθρέφτη τον μαμόθρεφτο να κάνει μια κίνηση να διώξει τον καπνό και χαμογέλασα μ’ ικανοποίηση. Ε

Με τα πολλά βγήκαμε Πατησίων, περάσαμε Πλατεία Αμερικής και πλησιάζαμε Κολιάτσου. Έστριψα αριστερά, μετά από κανά δυο στενά δεξιά, και πάλι αριστερά προς τα κει που υπολόγιζα ότι ήταν η οδός που μου’ χαν ζητήσει.

«Από πού πάω τώρα;»

«Είμαστε κοντά στον ηλεκτρικό;» ρώτησε ο νεαρός.

«Μα καλά ρε φίλε, δεν βλέπεις στο βάθος του δρόμου τα κάγκελα; Στραβός είσαι;»

«Στο προτελευταίο στενό», είπε ο τύπος σφιγμένα.

Έστριψα αριστερά. «Πού ακριβώς;»

«Στο 146»

Σταμάτησα λίγο πιο κάτω, γιατί δεν βρήκα μέρος να παρκάρω ακριβώς έξω από το νούμερο που θέλανε, δυο βήματα δηλαδή. Αστείο πράγμα. Περίμενα. Δεν φαινόντουσαν αποφασισμένοι να βγουν.

«Ε, ρε που έμπλεξα», σκέφτηκα.

«Μήπως θα μπορούσατε να βοηθήσετε την κοπέλα να πάει μέχρι το σπίτι της;», ρώτησε τέλος ο νεαρός.

Μάγκα μου, τα’ χασα!

Γύρισα και τους κοίταξα καλά. Θεέ μου τι γκάφα! Ήτανε τυφλοί. Κι οι δυο τους.

Κατάπια τη γλώσσα μου και βγήκα κι άνοιξα την πόρτα στην κοπέλα. Την πήγα μέχρι το σπίτι της κι ύστερα γύρισα στο ταξί. Εκείνη καθώς έφευγε, γύρισε προς τον νεαρό λυπημένα. Του’ δωσε ένα βιαστικό φιλί και βγήκε.

Όταν ξαναμπήκα στ’ αμάξι, βρήκα τον τύπο με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του.

«Τι βόδι που είμαι», σκέφτηκα. «Το έκανα χάλια το παιδί με τις χοντράδες μου.»

«Φίλε», του’ πα, «συγνώμη, δεν ήξερα πως…δηλαδή δεν σας πρόσεξα….θέλω να πω…»

«Εντάξει», μου’ πε αυτός καθησυχαστικά, χωρίς να βγάλει τα χέρια απ’ το πρόσωπο. «Λίγο πιο κάτω πάω, δεν πιστεύω να σου κάνει κόπο.»

«Αστειεύεσαι;» είπα με μεταμελημένη προθυμία. Καθόμουνα σ’ αναμμένα καρφιά. Τον τύπο τον είχα θάψει μέσα μου πριν λίγη ώρα και τώρα μου φαινόταν το πιο αξιολύπητο πλάσμα στον κόσμο. Σκέψου ρε, εικοσιπέντε χρονώ να μην βλέπεις ούτε δυο εκατοστά από τη μύτη σου. Ντιπ σκοτάδι.

Είχα γίνει αλοιφή. Κι ο τύπος έδειχνε να’ χει τα χάλια του επίσης. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως σιγόκλαιγε. Προσπάθησα να του πιάσω κουβέντα για να τον καλμάρω, γιατί νόμιζα ότι είχε πειραχτεί απ’ τον τρόπο που του είχα μιλήσει.

«Αρραβωνιάρα σου η κοπέλα;»τον ρώτησα.

Αναστέναξε.

Μάγκα μου, δεν έχω ακούσει πολλούς άνδρες ν’ αναστενάζουν με τόσο πόνο.

«Όχι», είπε. «Απλώς, κοπέλα μου».

«Τα πάτε καλά;», συνέχισα ακάθεκτος ο ηλίθιος.

«Σήμερα μου’ πε ότι δεν θα ξαναειδωθούμε».

Δαγκώθηκα τόσο που μάτωσα το χείλι μου. Λες κι είχα βαλθεί να τον πληγώνω.

«Ήθελες να την παντρευτείς;», ρώτησα αδιάκριτα αλλά καλοπροαίρετα.

«Πολύ θα ήθελα…κι εκείνη το θέλει, αλλά….»φάνηκε να κομπιάζει. «Αλλά οι γονείς της δεν με θέλουν».

Άρχισα να νιώθω εντελώς στενόχωρα. Του είχα μιλήσει άσχημα πριν, τον είχα προσβάλλει, αλλά δεν το’ κανα από κακή πρόθεση. Χρόνια στο τιμόνι, με υποχρεώσεις, παιδιά, γυναίκα, κίνηση κάθε μέρα στους δρόμους, σε σκληραίνει η ζωή. Είχα γνωρίσει κι εγώ πόνο όμως και καταλάβαινα.

Ήθελα να τον ρωτήσω «γιατί;», αλλά δίστασα.

«Δεν με θέλουν γιατί είμαι τυφλός», είπε ο νεαρός σαν να διάβασε τη σκέψη μου κι η φωνή του έσταζε πίκρα και θυμό.

Το αμάξι σταμάτησε σε ένα σκοτεινό στενό. Ο νεαρός πλήρωσε κι έφυγε. Έμεινα να τον κοιτάζω για λίγο, εν μέρει για να δω αν χρειαζόταν βοήθεια κι εν μέρει γιατί τον είχα συμπαθήσει και τον λυπόμουνα. Γρήγορα χάθηκε στην είσοδο ενός τριώροφου. Έβαλα μπρος τ’ αμάξι κι έφυγα.

Νυχτερινή Αθήνα, Σάββατο βράδυ. Δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα μ’ ανθρώπους, ανθρώπους πολύχρωμους ή γκρίζους, βιαστικούς, εύθυμους, ξέγνοιαστους ή θλιμμένους. Φώτα, διαβάσεις, κλάξον, τροχονόμοι, επικίνδυνα δίκυκλα, άγρια ζωή του μέταλλου που βρυχάται και καταπίνει σιγά- σιγά τις σκέψεις, το ενδιαφέρον.

Το ταξί βούλιαξε μέσα της κι οι σκέψεις του ταξιτζή μαζί. Μόνο για λίγη ώρα στο μυαλό του ακουγόταν ο αντίλαλος της τελευταίας: «Τυφλοί!»

Powered by ScribeFire.

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Το «Ταξί» στο γκαράζ του

  1. Ημείς το διαβάσαμε και παρόλα αυτά δεν στρίβουμε. Μάλιστα μας άρεσε τόσο που ευχόμαστε να μην στρίψουν κι άλλοι και να γίνει μποτιλιάρισμα 😉

  2. @αλεπού Καλή μου αλεπουδίτσα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: