Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Ακατηγοριοποίητο”

Η … Δυτική Ελλάδα

Επισκέφτηκα σήμερα την έκθεση «Ο φιλικός κύκλος του Γκρέκο στο Τολέδο» στο  Μουσείο Μπενάκη. Η έκθεση ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2014 στα πλαίσια του έτους Γκρέκο. Το θέμα της είναι μάλλον ειδικού ενδιαφέροντος καθώς δεν έχει πολλά έργα του Γκρέκο αλλά περισσότερο βιβλία και βιογραφικά στοιχεία των ανθρώπων που τον περιστοίχιζαν και στήριξαν στην εκεί ζωή του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κι ο αδελφός του  και κάποιοι  άλλοι Έλληνες. Αυτοί είναι που μου τράβηξαν την προσοχή περισσότερο. Όχι γιατί είχαν κάποιο ειδικό ενδιαφέρον αλλά γιατί, πως να το κάνουμε, είναι παράξενο ν’ ακούς για Έλληνες να δραστηριοποιούνται τον 16ο και 17ο αιώνα σ’ αυτή την μακρινή και τόσο ξένη στην κουλτούρα πόλη.

Αρκετοί απ’ αυτούς του Έλληνες ήταν αντιγραφείς ελληνικών χειρογράφων, δουλειά που έκαναν κατά παραγγελία ντόπιων ουμανιστών. Γιατί, μην ξεχνάμε, είμαστε λίγο μετά την αναγέννηση, κι η Ελλάδα (η αρχαία) έχει ζήτηση. Κι οι τότε επίγονοι της εμπορεύονται αυτό το παρελθόν για να βιοποριστούν όπως κι εμείς σήμερα με τα μουσεία και τις αναστηλώσεις αρχαίων μνημείων.

Αυτή η ελληνική παρουσία και δραστηριότητα στην Ιβηρική θυμίζει μια όψη που παρελθόντος μας που έχει θαφτεί μέσα σε μια νεώτερη και πιο μονοκόματη αφήγηση: πως ο Ελληνικός χώρος  κι ευρύτερα το ελληνικό στοιχείο, δεν «θάφτηκαν» παντού κι ομοιόμορφα κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, για τρακόσια χρόνια. Υπάρχει μια Ελλάδα, αρκετά μεγάλη, που δεν γνώρισε πρακτικά ποτέ τέτοιο ζυγό (τα Εφτάνησα) και μια άλλη που τον γνώρισε για δύο αιώνες κι όχι τρεις (Ρόδος και Κρήτη).

Είναι η Ελλάδα που ζούσε υπό Βενετική κυριαρχία και που είχε άλλες δυνατότητες σε σχέση με την Τουρκοκρατούμενη.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, είναι γέννημα αυτής της Ελλάδας, ότι σπούδασε στην Πάδοβα όπως κι οι περισσότεροι τότε σπουδαγμένοι Έλληνες, κι ότι δεν έζησε ποτέ στο νεώτερο ελληνικό κράτος.

Έχουμε ακούσει πάρα πολλά για την Ελλάδα που «κατοικούσε» στην Ανατολή, καιρός να θυμηθούμε κι αυτήν που διαβίωνε στη Δύση, την πολιτισμικά Δυτική Ελλάδα.

Τόνοι και φωνήεντα

Εν αρχή φιλί

Μετά η φίλη μου

Κι αργότερα

Απλά φίλοι

Ταχυδρόμησ’ ένα μυστικό

Πριν λίγο καιρό έγραφα για την ταινία «Ερωτική επιθυμία»,  που μ’ είχε συγκινήσει κι αισθητικά και, κυρίως, μ’ αυτήν την παράξενη ιδέα του να λες ένα μυστικό σ’ ένα δέντρο κι ουσιαστικά να το κρύβεις για πάντα εκεί. Είχα κάνει κι ένα παραλληλισμό με την ιδιότυπη εξομολόγηση που λαμβάνει χώρα, εδώ, στα μπλογκ. Είχα ξεχάσει όμως μια περίπτωση πολύ εντυπωσιακή που έχει σχέση ακριβώς με μπλογκ και μυστικά:το μπλογκ PostSecret.com.

Τι κάνει αυτό το μπλογκ ιδιόμορφο κι ενδιαφέρον; Το γεγονός ότι όλες του οι αναρτήσεις (=ποστ, για να συνηθίζουμε και την ελληνική μετάφραση) είναι καρτ ποστάλ αναγνωστών με σχέδια, συνήθως, δικά τους και μ’ ένα μυστικό. Ένα μυστικό που η ψυχή τους ποθεί να εξομολογηθεί αλλά δεν τολμά να το κάνει μπρος σ’ ένα άνθρωπο και γι αυτό το κάνει μπρος την ανώνυμη ανθρωπότητα.

Μίγμα ενοχής και πόνου είναι το μεγαλύτερο μέρος, αλλά μήπως έτσι δεν είναι η ανθρώπινη ζωή;

Τα θυμήθηκα όλα πάλι μ’ αφορμή την έκδοση του 4ου λευκώματος με τα περιεχόμενα του μπλογκ, και ένα βιντεάκι από το Blogger’s buzz που μιλάει γι αυτό. Δεν το κρατάω μυστικό, Σας το παραδίδω…

Η μοναξιά της Χ.

Ξυπνάει το πρωί με βαρύ κεφάλι πάντα. Τα φάρμακα της περασμένης φταίνε, αλλά δεν το ξέρει. Κοιτάει το δωμάτιο και δεν τ’ αναγνωρίζει. Βουβός πανικός. Με το μάτι πιάνει την κίνηση στο διάδρομο. Αντιλαμβάνονται ότι ξύπνησε. Πρόσωπα χαμογελαστά τη ρωτούν πως είναι, την προτρέπουν ευγενικά να σηκωθεί να ντυθεί. Θέλει να τους ρωτήσει ποιοί είναι, αλλά δεν τολμάει. Ακούει τις προτροπές τους μένοντας ακίνητη ώσπου την αφήνουν ήσυχη πάλι. Ποιοί είναι; Γιατί της μιλούν σα να την γνωρίζουν; Πως βρέθηκε δω; Δεν μπορεί να θυμηθεί…

Κάποια στιγμή σηκώνεται. Σπεύδουν να την ντύσουν. Εκνευρίζεται. Θέλει να κάνει τα πράγματα όπως εκείνη ξέρει. Τι νομίζουν; Ότι είναι καμιά χωριάτα; Ή ότι είναι παιδί; Παιδί; Αλήθεια που είναι τα παιδιά της; Κι η μάνα της; Που είναι η μάνα της; Πόσο καιρό έχει να τη δει. Της έχει λείψει. Θέλει να γυρίσει πίσω στο πατρικό της. Να βρει τη μάνα της. Το μόνο άνθρωπο στον κόσμο που αγαπάει και την αγαπάει τόσο.

Πάει προς την πόρτα αλλά στέκεται, γυρίζει πίσω, παίρνει τη τσάντα της. Βαρειά, μα γεμάτη απαραίτητα. Το μαντήλι της; Που είναι το μαντήλι της; Αδειάζει την τσάντα στο κρεβάττι για να το βρει. Ένας μικρός λόφος σχηματίζεται από πετσετάκια, χαρτομάντηλα, ψαλίδια, μιμπλώ, μια παντόφλα, κάλτσες, κι άλλη παντόφλα, ένα σουβέρ, καρφίτσες, φω μπιζού, μια μπλούζα… Απαραίτητα, όλα απαραίτητα. Πρέπει να τα γυρίσει σπίτι. Να τα πάει στη μάνα της. Να και το μαντήλι. Χαρτομάντηλο. Χρησιμοποιημένο. Μόνο μιά φορά. Καινούργιο.

Τα ξαναβάζει μέσα. Τρέχει προς την πόρτα. Κλειδωμένη. Αυτό είναι λοιπόν; Την έχουν φυλακίσει; Κι αυτά τα χαμόγελα όλο υποκρισία τι τα θέλουν τότε; Θυμώνει. Κλωτσάει την πόρτα λυσσασμένα. Προσπαθούν να τη συγκρατήσουν. Μια γυναίκα ντύνεται βιαστικά. Θα τη συνοδέψει, λέει. Δεν θέλει συνοδεία, αλλά προκειμένου να βγει…

Στο δρόμο κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά. Δεν αναγνωρίζει τίποτα. Έχει ήλιο κι αυτή δεν έχει καπέλο. Προς τα που να πάει; Πως την έσυραν ως εδώ; Που είναι το σπίτι της; Κι αυτή η εκνευριστική γυναίκα δίπλα της που δεν ξέρει να μιλάει, δεν της λέει. Θα ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει την κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Η γυναίκα την ακολουθεί. Πάει να της πάρει την τσάντα για την ελαφρώσει. Αρνείται. Να την κλέψει θέλει. Ποιά είναι αυτή που θέλει να πάρει την τσάντα της; Γιατί έρχεται μαζί της; Να γυρίσει σπίτι, να γυρίσει σπίτι, να βρει τη μάνα της, τον μόνο άνθρωπο που την αγαπά και την καταλαβαίνει. Που είναι το σπίτι; Φτάσανε στην παραλιακή. Που να πάει τώρα; Να ρωτήσει τον περαστικό. Της δείχνει. Τραβάει κατά κει. Ο ήλιος καίει. Η τσάντα είναι βαρειά στο χέρι της και το πρησμένο πόδι της αρχίζει να πονάει. Αλλά δεν σταματάει. Ιδρώνει και συνεχίζει. Η γυναίκα ζητάει πάλι να της πάρει την τσάντα. Την αφήνει αλλά έχει το νου της μην απομακρυνθεί. Μην την κλέψει. Περπατάει, ρωτάει, σταματάει και κόβει ένα ματσάκι λουλούδια. Περπατάει. Ρωτάει. Δεν στέκεται. Δεν διψάει. Συνεχίζει. Περνάει ώρα. Ώρες. Κάποτε φτάνει. Έτσι της λένε. Μα εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα. Την κοροϊδεύουν. Που είναι η μάνα της; Που είναι το σπίτι της. Κι αυτοκίνητα. Παντού αυτοκίνητα. «Πήξαμε στ’ αυτοκίνητα», λέει. Την κορόϊδεψαν. Δεν είναι εδώ το σπίτι της. Δεν είναι εδώ το λιμανάκι με την αμμουδιά. Δεν είναι δω το ταβερνάκι. Δεν βρίσκει τη μάνα της στην κουζίνα. Θα πάει να ψάξει αλλού. Θα το βρει αυτή. Κι ας της το κρύβουν. Κι ας την κοροϊδεύουν όλοι. Όλοι οι άγνωστοι. Που είναι οι γνωστοί της; Γιατί εξαφανίστηκαν; Που είναι οι δικοί της; Που βρίσκονται όλοι; Που βρίσκεται αυτή; Θε μου τι μοναξιά. Δεν υπάρχει κανείς πια οικείος στον κόσμο. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Συνεχίζει να περιπλανιέται χωρίς να ρωτάει πια. Η γυναίκα δίπλα της την κατευθύνει. «Που πάμε;» ρωτάει. «Σπίτι». «Ναι σπίτι, πάμε σπίτι».
Φτάνουν αποκαμωμένοι κι οι δύο. Κοιτάζει. Δεν γνωρίζει τίποτα.
«Που μ΄ έφερες;»
«Σπίτι»
«Δεν είν’ αυτό το σπίτι μου»
«Εδώ είναι»
«Δεν είναι»

Κάποιος πλησιάζει. Κάτι της θυμίζει. Της λέει να ανέβουν μαζί. Ποιός είναι; Φίλος; Αδελφός; Γυιός; Δειλιάζει. Αφήνεται να την τραβήξουν μέσα. Άγνωστες κάμαρες πάλι. Δεν θέλει κι άλλες άγνωστες κάμαρες. Θέλει να φύγει.
΄Κάτσε να ξημερώσει πρώτα’, της λένε.
Κοιτάζει έξω. Σκοτάδι. Φοβάται το σκοτάδι. Που να πάει μες στο σκοτάδι. Θα μείνει μέχρι το πρωί. Την καθίζουν στο τραπέζι. Πίνει νερό. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα ποτήρια. Πόσο διψάει! Μαζί με το πέμπτο της δίνουν και μια χούφτα χάπια.
«Τι είναι αυτά;»
«Τα χάπια σου»
«Τα χάπια μου;»
«Τα χάπια σου»
«Για τι είναι; Δεν έχω τίποτα»
«Για το πόδι που πονάει» της λένε γιατί δεν μπορούν να της πουν πως το Aricept είναι γι ασθενείς με Alzheimer…

Πολιτισμός; Που αλήθεια;

Έχω ακούσει πολλές φορές την ανερμάτιστη δήλωση πως η Ελλάδα έχει μόνο πολιτισμό να εξάγει. Ακόμα κι αν μιλάμε για πολιτιστικές παραγωγές η δήλωση είναι βασικά ψευδής. Αλλά είναι ψευδέστατη όταν αναφερόμαστε στην ουσία του πολιτισμού.

Και ποια είναι αυτή;

Νομίζω πως πολιτισμός πρέπει να θεωρείται ότι συνθέτει την κατάσταση που διαφοροποιεί την ανθρώπινη ζωή από την  απλή βιολογική επιβίωση  του ζώου.

Στον πολιτισμό υπάρχει η έννοια της ανθρώπινης επικοινωνίας και συν-εννόησης. Οι  σκέψεις μου γεννήθηκαν μετά την επιστροφή από μικρής διάρκειας ταξίδι στο εξωτερικό όπου συνειδητοποίησα την ύπαρξη αυτού του βασικού επιπέδου πολιτισμού, σε χώρα όχι από τις μεγαλόσχημες κρατούσες.

Ζώντας στην Ελλάδα βρίσκεσαι συνεχώς σε ένα αγώνα με τους άλλους. Η ελληνική κοινωνία είναι σταθερά αντίπαλος σε κάθε βήμα: από την ουρά στη δημόσια υπηρεσία  που σπρώχνεσαι και στην πρώτη ευκαιρία παραγκωνίζεσαι, από τους δρόμους που η μικρή σου καθυστέρηση θα σου δώσει στην καλύτερη περίπτωση ένα υβρεολόγιο και στην χειρότερη ένα ατύχημα, από τις συνομιλίες στις καθημερινές συναναστροφές όπου πρέπει να διακόψεις τον άλλο για να ακουστείς ή να σηκώσεις τη φωνή σου ως το Έβερεστ, από το απλό ευχαριστώ που σπάνια ακούγεται ή προφέρεται στις μικροδοσοληψίες μας, από τα συνεχή εμπόδια στο δρόμο που βαδίζουμε, είτε σκουπίδια λέγονται αυτά,είτε αυτοκίνητα παρκαρισμένα ως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι…

Ο πολιτισμός πρέπει να κατατείνει στο απλό καθημερινό αίσθημα ηρεμίας και ασφάλειας, απαραίτητο για ψύχραιμη σκέψη και δημιουργική εργασία, για διάθεση και πρωτοβουλία. Θεωρεί κανείς ότι τα διαθέτουμε;

Η Ελλάδα έχει μεγάλη ανάγκη εισαγωγής πολιτισμού.  Κι αυτό το ισοζύγιο ευχαρίστως θα το έβλεπα αρνητικά ανισοσκέλιστο.

Post Navigation