Ο τραπεζίτης της αντίστασης

resistance-banker

 

Οι Ολλανδοί δε φημίζονται για την αντίσταση τους στους Ναζί κατά τον II Παγκόσμιο. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρξε καθόλου αντίσταση.
Σ’ αυτή την ενδιαφέρουσα ταινία μαθαίνουμε και τις ιδιομορφίες της που περίπου συνοψίζονται στο «νηστικό αρκούδι δεν κάνει αντίσταση».
Παρακολουθούμε λοιπόν τη δράση ενός ευρηματικού Ολλανδού πατριώτη τραπεζίτη που στήνει μια παρατράπεζα που χρηματοδοτεί όλες τις δραστηριότητες της αντίστασης με πλήρη λογιστική καταγραφή κι αληθινό χρήμα που κατορθώνει να τραβάει από το χρηματοπιστωτικό σύστημα με πανέξυπνες μεθόδους.
Πρόκειται για πραγματική ιστορία και νομίζω το πιο ενδιαφέρον της είναι η ψυχογραφία ενός λαού που αναδύεται μέσα από αυτήν.
Πάντως, δεν μπορούσα να μην νοιώθω θλίψη παρακολουθώντας την, κάνοντας τις συγκρίσεις με το τι τράβηξε η δική μας χώρα, πόση πείνα, πόσες ομαδικές εκκαθαρίσεις γι αντίποινα, πόση κακουχία αλλά και πόσο αδελφοκτόνο μίσος μέσα στην ίδια την αντίσταση.
Δείτε την. Μορφώνει.

Hayao Miyazaki

Nausicaa
Έχω ξεκινήσει binge watching των ταινιών του Hayao Miyazaki. Είχα δει κάποιες ταινίες του στο παρελθόν αλλά τώρα θέλω να τις δω όλες. Κι ευτυχώς τις έχει το Netflix.
Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Miyazaki είναι από τους μεγάλους animators παγκοσμίως, κι ο πιο γνωστός Ιάπωνας.
Στα έργα του χρησιμοποιεί παραδοσιακό animation δηλαδή σχεδιασμένο με το χέρι, πράγμα πολύ κουραστικό και πολυέξοδο. Αρκεί να σκεφτείτε ότι για να έχεις τελειότητα στην κίνηση απαιτούνται όσο γίνεται περισσότερα πλαίσια ανά δευτερόλεπτο (μεταξύ 15 και 30, που, αν κάνουμε τον πολλαπλασιασμό βγάζει κατ’ ελάχιστο 15*60*60 = 54.000 σχέδια για κάθε ώρα ταινίας).
Τα σχέδια αυτά ζωγραφίζονται πάνω σε διαφάνειες που τοποθετούνται πάνω σε αλλά σχέδια που απεικονίζουν το περιβάλλον, και που, για κάθε σκηνή, αλλάζουν λίγο ή καθόλου. Αυτά τα δεύτερα σχέδια μπορούν να είναι πολύ μεγαλύτερης λεπτομέρειας και τελειότερης αισθητικής και δίνουν συνήθως την γενική αίσθηση της ταινίας.
Στην περίπτωση Miyazaki η παραδοσιακή τεχνική αφορμάται κι από ιδεολογικούς προσανατολισμούς: ένα φόβο για το αδιέξοδο της τεχνολογίας και την καταστροφή που επιφέρει στο περιβάλλον, θέματα άλλωστε και των ταινιών του.
Οι ήρωες του Miyazaki είναι συνήθως κορίτσια ή νεαρές γυναίκες, χωρίς τα συνήθη στερεότυπα που συναντάμε στα δυτικά animation (girly, sexy, etc).
Κι αυτή η επιλογή είναι μάλλον συνειδητή καθώς θέλει να τονίσει το πασιφιστικό στοιχείο. Βλέπω ένα περίεργο παράλληλο με το φεμινισμό του Queen’s Gambit και το χαρακτήρα της ηρωίδας του, που επέτρεπε ταύτιση τόσο από γυναίκες όσο κι από άνδρες.
Οι ιστορίες, τέλος, είναι μη γραμμικές, κι απρόβλεπτες στην εξέλιξη τους, γιατί, όπως έχει ομολογήσει ο δημιουργός τους, τις αναπτύσσει καθώς δημιουργεί τις ταινίες.
Αλλά, τελικά, η μεγάλη γοητεία δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Είναι η απαράμιλλη αισθητική των ταινιών. Στις ταινίες φαντασίας (όπως η Ναυσικά της εικόνας) υπάρχει ένα έντονο Steampunk στοιχείο που αναμιγνύεται με εικόνες από τη δυτική τέχνη και παράδοση αλλά και την παραγωγή κόμικ. Σε κάποιες σκηνές νόμιζα ότι έβλεπα εικόνες του άλλου μεγάλου αγαπημένου, του Moëbius.
Στην απεικόνιση της φύσης, ο Miyazaki είναι απαράμιλλος. Κι εδώ αντλεί περισσότερο από την παράδοση της Ανατολής. Και μεταδίδει μιαν αγάπη και μια αίσθηση αρμονίας.
Οπως θα έχετε καταλάβει ήδη, αν αναζητούσατε μια πρόταση για το τι να δείτε στο lockdown, την έχετε.
Και μια συμβουλή: μετά από κάθε ταινία, κάντε μια αναζήτηση στο Ίντερνετ να δείτε τι έχει γραφτεί, όχι σαν κριτική, αλλά για τι πραγματικά αφορά η ταινία (π.χ. για το «Ο γείτονας μου ο Τοτόρο». Θα σας εκπλήξει.

Θάνατος στη Βενετία

Θάνατος στη Βενετία, το φίλμΟ θάνατος έρχεται με δυο μορφές:

  • τη βίαια, την απότομη, την καταλυτική, του φόνου, της καταστροφής, του δυστυχήματος, το πολέμου, της συντέλειας.
  • την αργή, την των γηρατειών, της φθοράς, της εγκατάλειψης του ζωντανού, της βύθισης στον ωκεανό της ανυπαρξίας

Η Βενετία υπήρξε πρόξενος πολλών θανάτων του πρώτου τύπου, της επιφυλάχθηκε όμως ο δεύτερος. Αργά αργά η υγρασία την αγγαλιάζει και τη βουλιάζει. Τα δάχτυλα της θάλασσας, σα χάδι σήψης, σαπίζουν τα ξύλα της και τους σοβάδες. Σαν χιονάνθρωπος που λιώνει, η Βενετία γίνεται το πιόμα του ίδιου του νερού της.

Για κάποιο λόγο μ’ αρέσει να επιστρέφω σ’ αυτή την πόλη του θανάτου. Είναι μέρος των πολιτισμικών γονιδίων μου, είναι μέρος των γονιδίων της φαντασίας μου.

Κι επιστρέφω στη Βενετία με πολλούς τρόπους. Με τη σκέψη και την ανάμνηση συχνά πυκνά. Ακόμα κι όταν δανείζομαι την ανάμνηση από τον Ούγκο Πράτ και το Βενετσιάνικο παραμύθι ή την Κρυμμένη Αυλή του Μυστηρίου. Ή την εικόνα από το ηλιοβασίλεμα του Τέρνερ. Ή ακόμα την κάμερα του Βισκόντι, του πρώτου που με ξενάγησε σ’ αυτό το τοπίο του θανάτου.

Ο Βισκόντι έκανε φίλμ τη νουβέλα του Τόμας Μαν  το 1971, κι εγώ πρέπει να το πρωτοείδα το 1976. Στο φίλμ υπάρχει μια χαρακτηριστική απόκλιση από τη νουβέλα: ο κύριος χαρακτήρας της νουβέλας είναι συγγραφέας ενώ του Βισκόντι είναι μουσουργός. Ο Τόμας Μαν ήταν φίλος του Μάλερ κι ο ήρωας του Βισκόντι δανείζεται από αυτόν. Κατά τ’ άλλα όμως το έργο είναι πιστό. Κι αν δε με απατά η μνήμη μου, δεν είχε πάρει ιδιαίτερα καλές κριτικές.Εμένα όμως μου είχε αρέσει.

Για την εποχή ήταν τολμηρό: ένας μεσήλικας ερωτεύεται ένα νεαρό, σχεδόν παιδί, στο ξενοδοχείο που παραθερίζει, στο μακρόστενο νησάκι του Λίντο. Το Λίντο είναι κάτι σα φυσικός κυματοθραύστης της Βενετίας. Χωρίζει τη λιμνοθάλασσα από την Αδριατική κι από παλιά αποτελούσε τουριστικό προορισμό λόγω της μεγάλης αμουδερής παραλίας του.

Αν ήταν τολμηρό το φίλμ, φανταστείτε πόσο ήταν η νουβέλα που είχε εμφανιστεί το 1912!

Βέβαια η διεκπεραίωση του θέματος δεν έχει τίποτα το σκανδαλιστικό ή σεξουαλικό. Παραπέμπει συνειδητά στην αρχαία ελληνική μυθολογία κι ιστορία. Στους Σωκράτη και Φαίδωνα, με τους οποίους παραλληλίζει εαυτόν και τον όμορφο νέο (τον Τάτζιο, ένα δεκατετράχρονο αγόρι πολωνικής καταγωγής) ο Φον Άσσενμπαχ, ο ήρωας της νουβέλας.

Το όλο έργο έχει μια στοχαστική διάθεση. Τα συμβάντα που παρακολουθεί είναι ως το πλείστον εσωτερικά. Κι ακόμα κι όταν είναι εξωτερικά περιστατικά, έχουν μια συμβολική ή χρησιμεύουν σαν αφορμές για να καταδυθούμε στην ψυχή του Φον Ασσενμπαχ που συνταράσσεται μετά χρόνια ακινησίας μέσα στον καθωπρεπισμό και την ‘ανώτερη ηθική’, αρετές για τις οποίες έχει βραβευτεί, θαυμαστεί και καταξιωθεί.

Ο Φον Άσσενμπαχ συλλαμβάνει την ιδέα του ταξιδιού ξαφνικά, όταν σε ένα περίπατο, ένας άγνωστος που βγαίνει από ένα νεκροταφείο του  Μονάχου, δίνει στην ψυχή του το έναυσμα. Δεν επιλέγει τη Βενετία αλλά καταληγει σ’ αυτήν. Δεν είναι η πρώτη του φορά εκεί. Στο χρόνο της νουβέλας, συχνά επιχειρεί να φύγει γιατί η εύθραυστη υγεία του δεν αντέχει το υγρό κλίμα.

Μια επιδημία χολέρας ξεσπά στην πόλη κι οι αρχές κάνουν τα πάντα για να την αποκρύψουν. Ο Άσσενμπαχ το καταλαβαίνει, αλλά επιθυμεί να μείνει παρά τον κίνδυνο. Ακριβώς γιατί ο κίνδυνος διώχνει σιγά σιγά τον κόσμο και τον αφήνει πιο μόνο με το αντικείμενο του έρωτά του.

Δεν ανταλλάσει ποτέ ούτε μια κουβέντα με τον νεαρό μόνο βυθίζεται μοιραία στο πάθος του γι αυτόν, πάθος που όλο και βαθαίνει. Σ’ αυτό το βύθισμα διαλύεται ο πρότερος βίος του, οι δάφνες κι ο καθωσπρεπισμός. Σ’ αυτό το βύθισμα αναγνωρίζει ότι βρήκε για τι αξίζει κανείς να ζει. Κι όταν αυτό πια είναι ολοφάνερο στο πνεύμα του, όταν κυριαρχεί και δεσπόζει, τότε πεθαίνει. Άδοξα. Χωρίς να πραγματώσει τον πόθο του, χωρίς να δώσει υπόσταση στη ζωή του με βάση το νεοαποκτημένο της νόημα.

Η Βενετία καταπίνει τα θύματά της στην ίδια της τη φθορά, στην ίδια της τη λήθη.

Και πλέουν σαπισμένα κουφάρια μες τα νερά των καναλιών της προσμένοντας την ώρα που η πόλη θα τα αγγαλιάσει στο δικό της θάνατο.

 Σημ. Την ελληνική μετάφραση του Ίνδικτου δεν την εκτίμησα καθόλου. Πολλά νοηματικά κενά και γενική αφροντισιά. Αντίθετα το βιβλίο ήταν πολύ καλαίσθητο. Το εξώφυλλο είναι από πίνακα του Ντε Κίρικο.

Η έβδομη τέχνη απαιτεί εφτά

το ίδιο και η Αν Λου

Υποκύπτω.

Ιστορικά, όπως τις είδα:

1. Πινόκιο, Γουώλτ  Ντίσνευ

2. 7η Σφραγίδα, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

3. Άγριες φράουλες, ξανά Μπέργκμαν

4. Πολίτης Κέην, Όρσον Ουέλς

5. Σατυρικόν, Φεντερίκο Φελίνι

6. Θεώρημα, Πιερ Πάολο Παζολίνι

7.  Αντρέι Ρουμπλιώφ,  Αντρέι Ταρκόφσκι

Ο Άμλετ, ο Φάουστ κι ο Αντόνιους Μπλοκ

Πρώτος που ‘συνάντησα’ ήταν ο Άμλετ, στο θέατρο στο ραδιόφωνο με Άμλετ τον Κώστα Καστανά. Αμέσως αγόρασα την έκδοση του Ίκαρου, στη μετάφραση του Ρώτα. Θυμάμαι ακόμα τα βραδάκια που περνούσα μαγεμένος από το έργο και την φαντασία μου που το ανάπλαθε.Έγινε αμέσως ο ήρωας μου, o Rock Star που ήθελα να βάλω αφίσα στο δωμάτιο, το πρώτο είδωλο της αμφισβήτησης, οπρώτος επαναστάτης και, κυρίως, ο πρώτος απελπισμένος με τον οποίο ταυτίστηκα. Έμαθα αμέσως να απαγγέλλω: Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Άμλετ, ο Φάουστ κι ο Αντόνιους Μπλοκ»