Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Βιβλία”

Τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα

238825455_ec2403feab_m Σε μικρό ταξίδι αναψυχής σε νησί, πήρα να διαβάζω τη ‘Βάρδια’ του Νίκου Καββαδία. Έξυπνη επιλογή. Όταν ο φλοίσβος αχούσε στο παραθυρόφυλλο του δωματίου, εγώ φανταζόμουν πως ήταν από τις σελίδες που αναδύονταν. Κι όταν γυάλιζαν οι αναλαμπές του στο ταβάνι, καράβι γινόταν το ξενοδοχείο και κουκέτα το άνετο κρεββάτι.

Είναι βλάσφημο όμως στη μνήμη του βιβλίου και του ποιητή να ξεκινάω την αναφορά μου σ’ αυτό μ’ ειδυλλιακή σύγκριση. Γιατί η ‘Βάρδια’ δεν είναι ειδυλλιακή. Κι ο Καββαδίας δεν είναι Καρκαβίτσας. Έστιψε μες το βιβλίο αυτό ‘τα λερωμένα, τ’ άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα’ χρόνια που πέρασε στη θάλασσα, κι ας ήταν για ρούχα που είχε σκαρώσει αυτή τη φράση. Τα ρούχα που έφερνε μετά από πολύμηνα ταξίδια, ή αυτό ή όμοιος του, σε κάποια γυναίκα, μάνα ή αδελφή για να τα πλύνει.

Μάταια.

Γιατί από τα ρούχα η βρώμα φεύγει αλλά το στίγμα του ναυτικού είναι ανεξίτηλο. Σαν κακοφορμισμένο τραύμα. Ένα τραύμα που κουβαλούσε ο ποιητής μάλλον πριν καν δει νερό αρμυρό. Πριν αρχίσει να μετράει τα μήκη και τα πλάτη με κρεββάτια αγίων πορνών. Πριν σκαρώσει ανθρώπους που γίναν στίχοι κι επιβιώσει από περιπέτειες που μετενσαρκώθηκαν σε ιστορίες.

Προσχηματική αφήγηση ένα ταξίδι του ‘Πυθέας’ στις θάλασσες τις Ανατολής. Ένας δόκιμος που έχει κολλήσει σύφιλη (;), ένα μαρκόνης alter ego του ποιητή, που τον συνδράμει και τον συντρέχει ως το τέλος. Και που μιλά κι εξομολογείται στον ‘γραμματικό’ συντοπίτη του κι ουσιαστικό καπετάνιου του Πυθέα. Που προσπαθεί με τον διάλογο να γεφυρώσει τα χρόνια που τους χώρισαν και τους έφεραν ξανά κοντά.

Μια ιστορία που μπάζει από παντού, αμπάρι ξέσκεπο, πόρτα ανοιχτή, σκαρί μπαταρισμένο. Μα δεν μπάζει νερά. Μπάζει μνήμες, πίκρες, άλλες ιστορίες, ατέλειωτες ιστορίες, ιστορίες για γυναίκες άξιες κι ανάξιες να αγαπηθούν, που η αγάπη τις αγγίζει και τις αφήνει πάλι και πάλι σαν κύμα, άλλοτε ήρεμο, άλλοτε βρώμικο, άλλοτε θερμό, άλλοτε κρύο. Γυναίκες που υφαρπάζονται κι εκσφενδονίζονται από τη Σκωτία στο Άντεν, από την Αυστραλία στη Βηρυττό κι από τη Μασσαλία στη Μασσαλία. Γεμάτο λέξεις ναυτικές που θαρρείς θα σε κόψουν σα σκουριασμένη λαμαρίνα κι ο ναυτικός τέτανος θα τρελάνει το μυαλό σου, θα εξορίσει τη σκέψη σου από τα γνωστά, τα προσφιλή, τα οικεία…

Ναύτες που πεθαίνουν κι άλλοι που σκοτώνουν κι άλλοι που αρρωσταίνουν κι άλλοι που χάνονται κι άλλοι ολοτινά χαμένοι που εμφανίζονται για μια στιγμή, χαράσσουν πορεία κι ύστερα λειώνουν στην τροπική τη ζέστη.

Κι όλα βυθισμένα σ’ ένα υγρό, ζεστό, μακάβριο πούσι. Που αχρηστεύει τα τσιγάρα και τις ανάσες, τις πυξίδες και τους ασυρμάτους…

Τι είναι η ‘Βάρδια’; Η διατεταγμένη υπηρεσία ανάμεσα στο πριν και το μετά κενό. Η όποια ζωή που πιάνει λιμάνια, αλλά σε προορισμό δε φτάνει. Αυτό το γλυκόπικρο αναίτιο παίδεμα. Που μόνο σαν ανάγκη μπορεί να εν-νοηθεί. Που είναι αδύνατο να κατα-νοηθεί. Που να το περιγράψει πασχίζει η μνήμη που δεν το γνώρισε μα που νομίζει πως γνωρίζει.

Αν σας αρέσουν οι ξεκάθαρες ιστορίες κι  η ολοκληρωμήνη αφήγηση, μην το διαβάσετε. Γιατί θα απορήσετε τι γυρεύουν τόσοι ζωγράφοι στις θάλασσες του Καββαδία. Δεν θα εννοήσετε πως μπορούσε να συλλέγει ρεπροντυξιόν τέχνης κι έρωτα με την ίδια αγάπη και το ίδιο μίσος ή τι κάνει τον λόγιο  μαχαιροβγάλτη, κοντραμπαρτιέρη τον ποιητή.

Αλλά πάλι, αν η ζωή σας δεν είναι τόσο προφανής, διαβάστε το. Δεν θα σας βοηθήσει, μα θα σας συντροφέψει…

Η φωτό είναι του Chris Seufert από το Flickr.

Advertisements

Θάνατος στη Βενετία

Θάνατος στη Βενετία, το φίλμΟ θάνατος έρχεται με δυο μορφές:

  • τη βίαια, την απότομη, την καταλυτική, του φόνου, της καταστροφής, του δυστυχήματος, το πολέμου, της συντέλειας.
  • την αργή, την των γηρατειών, της φθοράς, της εγκατάλειψης του ζωντανού, της βύθισης στον ωκεανό της ανυπαρξίας

Η Βενετία υπήρξε πρόξενος πολλών θανάτων του πρώτου τύπου, της επιφυλάχθηκε όμως ο δεύτερος. Αργά αργά η υγρασία την αγγαλιάζει και τη βουλιάζει. Τα δάχτυλα της θάλασσας, σα χάδι σήψης, σαπίζουν τα ξύλα της και τους σοβάδες. Σαν χιονάνθρωπος που λιώνει, η Βενετία γίνεται το πιόμα του ίδιου του νερού της.

Για κάποιο λόγο μ’ αρέσει να επιστρέφω σ’ αυτή την πόλη του θανάτου. Είναι μέρος των πολιτισμικών γονιδίων μου, είναι μέρος των γονιδίων της φαντασίας μου.

Κι επιστρέφω στη Βενετία με πολλούς τρόπους. Με τη σκέψη και την ανάμνηση συχνά πυκνά. Ακόμα κι όταν δανείζομαι την ανάμνηση από τον Ούγκο Πράτ και το Βενετσιάνικο παραμύθι ή την Κρυμμένη Αυλή του Μυστηρίου. Ή την εικόνα από το ηλιοβασίλεμα του Τέρνερ. Ή ακόμα την κάμερα του Βισκόντι, του πρώτου που με ξενάγησε σ’ αυτό το τοπίο του θανάτου.

Ο Βισκόντι έκανε φίλμ τη νουβέλα του Τόμας Μαν  το 1971, κι εγώ πρέπει να το πρωτοείδα το 1976. Στο φίλμ υπάρχει μια χαρακτηριστική απόκλιση από τη νουβέλα: ο κύριος χαρακτήρας της νουβέλας είναι συγγραφέας ενώ του Βισκόντι είναι μουσουργός. Ο Τόμας Μαν ήταν φίλος του Μάλερ κι ο ήρωας του Βισκόντι δανείζεται από αυτόν. Κατά τ’ άλλα όμως το έργο είναι πιστό. Κι αν δε με απατά η μνήμη μου, δεν είχε πάρει ιδιαίτερα καλές κριτικές.Εμένα όμως μου είχε αρέσει.

Για την εποχή ήταν τολμηρό: ένας μεσήλικας ερωτεύεται ένα νεαρό, σχεδόν παιδί, στο ξενοδοχείο που παραθερίζει, στο μακρόστενο νησάκι του Λίντο. Το Λίντο είναι κάτι σα φυσικός κυματοθραύστης της Βενετίας. Χωρίζει τη λιμνοθάλασσα από την Αδριατική κι από παλιά αποτελούσε τουριστικό προορισμό λόγω της μεγάλης αμουδερής παραλίας του.

Αν ήταν τολμηρό το φίλμ, φανταστείτε πόσο ήταν η νουβέλα που είχε εμφανιστεί το 1912!

Βέβαια η διεκπεραίωση του θέματος δεν έχει τίποτα το σκανδαλιστικό ή σεξουαλικό. Παραπέμπει συνειδητά στην αρχαία ελληνική μυθολογία κι ιστορία. Στους Σωκράτη και Φαίδωνα, με τους οποίους παραλληλίζει εαυτόν και τον όμορφο νέο (τον Τάτζιο, ένα δεκατετράχρονο αγόρι πολωνικής καταγωγής) ο Φον Άσσενμπαχ, ο ήρωας της νουβέλας.

Το όλο έργο έχει μια στοχαστική διάθεση. Τα συμβάντα που παρακολουθεί είναι ως το πλείστον εσωτερικά. Κι ακόμα κι όταν είναι εξωτερικά περιστατικά, έχουν μια συμβολική ή χρησιμεύουν σαν αφορμές για να καταδυθούμε στην ψυχή του Φον Ασσενμπαχ που συνταράσσεται μετά χρόνια ακινησίας μέσα στον καθωπρεπισμό και την ‘ανώτερη ηθική’, αρετές για τις οποίες έχει βραβευτεί, θαυμαστεί και καταξιωθεί.

Ο Φον Άσσενμπαχ συλλαμβάνει την ιδέα του ταξιδιού ξαφνικά, όταν σε ένα περίπατο, ένας άγνωστος που βγαίνει από ένα νεκροταφείο του  Μονάχου, δίνει στην ψυχή του το έναυσμα. Δεν επιλέγει τη Βενετία αλλά καταληγει σ’ αυτήν. Δεν είναι η πρώτη του φορά εκεί. Στο χρόνο της νουβέλας, συχνά επιχειρεί να φύγει γιατί η εύθραυστη υγεία του δεν αντέχει το υγρό κλίμα.

Μια επιδημία χολέρας ξεσπά στην πόλη κι οι αρχές κάνουν τα πάντα για να την αποκρύψουν. Ο Άσσενμπαχ το καταλαβαίνει, αλλά επιθυμεί να μείνει παρά τον κίνδυνο. Ακριβώς γιατί ο κίνδυνος διώχνει σιγά σιγά τον κόσμο και τον αφήνει πιο μόνο με το αντικείμενο του έρωτά του.

Δεν ανταλλάσει ποτέ ούτε μια κουβέντα με τον νεαρό μόνο βυθίζεται μοιραία στο πάθος του γι αυτόν, πάθος που όλο και βαθαίνει. Σ’ αυτό το βύθισμα διαλύεται ο πρότερος βίος του, οι δάφνες κι ο καθωσπρεπισμός. Σ’ αυτό το βύθισμα αναγνωρίζει ότι βρήκε για τι αξίζει κανείς να ζει. Κι όταν αυτό πια είναι ολοφάνερο στο πνεύμα του, όταν κυριαρχεί και δεσπόζει, τότε πεθαίνει. Άδοξα. Χωρίς να πραγματώσει τον πόθο του, χωρίς να δώσει υπόσταση στη ζωή του με βάση το νεοαποκτημένο της νόημα.

Η Βενετία καταπίνει τα θύματά της στην ίδια της τη φθορά, στην ίδια της τη λήθη.

Και πλέουν σαπισμένα κουφάρια μες τα νερά των καναλιών της προσμένοντας την ώρα που η πόλη θα τα αγγαλιάσει στο δικό της θάνατο.

 Σημ. Την ελληνική μετάφραση του Ίνδικτου δεν την εκτίμησα καθόλου. Πολλά νοηματικά κενά και γενική αφροντισιά. Αντίθετα το βιβλίο ήταν πολύ καλαίσθητο. Το εξώφυλλο είναι από πίνακα του Ντε Κίρικο.

Πίσω στην τρύπα μας

Μετά την ολιγοήμερη (όσες μέρες και να ‘ταν, λίγη ήταν!) ξεκούραση, άρχισε πάλι το καθημερινό μαγκάνι. Χαλαρά είναι η αλήθεια: οι δρόμοι άδειοι, τα τηλέφωνα λίγα έως καθόλου, οι καφέδες πολλοί έως πάρα πολλοί γιατί η νύστα απεριόριστα πολλή!

Καθώς ανέβαινα με το μετρό άνοιξα το καινούργιο βιβλίο για διάβασμα. Είναι η προσφιλής συνήθεια των τελευταίων μηνών: διάβασμα στο μετρό. Διασφαλίζει μισή ώρα ανάγνωσης τη μέρα, ικανή για να τελειώνουν βιβλιαράκια μεσαίου μεγέθους σε λογικό χρονικό διάστημα.
Το άνοιξα με δυσθυμία όμως. Όχι γιατί δεν είχα όρεξη για διάβασμα ή γιατί δεν μου αρέσει, αλλά γιατί μου λείπει το προηγούμενο το οποίο με συντρόφεψε στις διαδρομές μου κανένα μήνα περίπου.
Έχω μια σχεδόν μεταφυσική πίστη, ότι τα βιβλία που θα διαβάσει κανείς και θα ευχαριστηθεί δεν τα βρίσκει μόνος. Τον βρίσκουν. Είχα βάλει σκοπό να διαβάσω κάτι ελληνικό -τον Γιούγκερμαν– αλλά λόγω ενός μπερδέματος τον αγόρασα ξανά ενώ τον είχακι όταν πήγα να τον αλλάξω, έπεσα πάνω στον … Πρόσπερο.
Ή καλύτερα στη σπηλιά του, ή ακόμα καλύτερα στο κελί του: Στη Σπηλιά του Πρόσπερου όπως έχει αποδοθεί στα ελληνικά το Prospero’s Cell του Λώρενς Ντάρελ.
Με τη γρήγορη ανάγνωση του οπισθόφυλλου πήγε περίπατο η διάθεση για Γιούγκερμαν: αυτό το βιβλίο ήταν το συμπληρωματικό ανάγνωσμα του Κολοσσού του Μαρουσιού!
Γράφτηκε λίγο νωρίτερα από το δεύτερο αλλά συναντάς εκεί γνώριμους τόπους και πρόσωπα.
Το νησί του Πρόσπερου (της Τρικυμίας του Σαίξπηρ, ντε) είναι η Κέρκυρα, κατά την γοητευτική ερμηνεία του Κόμη Δ. , ερμηνεία που δίνει τον τίτλο σ΄αυτό το τόσο νοσταλγικό και με αγάπη γραμμένο βιβλίο του Ντάρελ.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Το πορτογαλικό σπίτι

Οι ιστορίες έχουν τόπο και χρόνο. Γι αυτό και μένα μ’ αρέσει να νοιώθω το χρόνο τους όταν επισκέπτομαι τον τόπο τους. Να φέρνω στο μυαλό μου μιαν αφήγηση όταν πατάω τον τόπο που τη γέννησε, ή την φιλοξένησε, ή τουλάχιστον φιλοξένησε αυτόν που την έγραψε.

Πριν λίγους μήνες πέρασα από τη Βιτσέντζα για ένα απόγευμα μόνο. Στον οδηγό είχα διαβάσει πως η Βιτσέντζα είναι η πόλη του Παλλάντιο, του μεγάλου αναγεννησιακού αρχιτέκτονα. Στα περίχωρα αφθονούν οι βίλες που έχει χτίσει, ενώ όχι μακρυά από το επιβλητικό Δημαρχείο, δικό του δημιούργημα, είναι το Τεάτρο Ολύμπικο, το πρώτο κλειστό θέατρο της Ευρώπης, επίσης δικό του.
Πίσω από το Δημαρχείο, σε ένα στενό δρομάκι, συνάντησα ένα μακρόστενο σκοτεινό σπίτι με έντονα πορτογαλική αρχιτεκτονική. Ένοιωσα μια κρυφή χαρά όταν το είδα, γιατί σ’ αυτό το πορτογαλικό στυλ αναγνώρισα αυτό που έψαχνα. Είχα κάνει την πολυπόθητη σύνδεση.

Από τον latemunesa

Αλλά ας πάμε την ιστορία πίσω. Εκεί που ξεκίνησε. Σ’ ένα βιβλίο. Ως συνήθως.

Πριν πολλά χρόνια είχα διαβάσει τις «Αδάμαστες Ψυχές» του Φώτη Κόντογλου. Γνωρίζοντας τον βυζαντινό ‘προσανατολισμό’ του Κόντογλου, το βιβλίο είχε αποτελέσει έκπληξη καθώς είναι μια συλλογή ιστοριών θαλασσοπόρων, κονκισταδόρες, πειρατών και άλλων ταξιδευτών προερχόμενων από τη Δύση.

Ο Κόντογλου, για να συγγράψει το βιβλίο είχε ανατρέξει σε παλιά χειρόγραφα και δυσεύρετα κείμενα. Και γι αυτό μόνο του άξιζαν συγχαρητήρια. Δεν έμεινε εκεί όμως. Οι ιστορίες που άλλοτε μετέφραζε άλλοτε παράφραζε και συντόμευε, είχαν την φρεσκάδα και τη ζωντάνια της δικής του γλώσσας, της ασκημένης στα μυστικά των ναυτικών επαγγελμάτων και όρων . Επιπλέον, διακόσμησε το βιβλίο με δικά του σχέδια, σε βυζαντινή τεχνοτροπία αλλά με απαράμιλλη χάρη.

Αντόνιο Πιγκαφ�ττα

Από τον oceanking_uk…

Μια από τις «Αδάμαστες Ψυχές¨ του ήταν κι ο Αντόνιο Πιγκαφέττα, ο χρονογράφος του ταξιδιού του Φερδινάνδου Μαγγελάνου κι ένας από τους 18 παλινοστήσαντες του πρώτου αυτού περίπλου της γης (260 είχαν ξεκινήσει). Ο Πιγκαφέττα, γέννημα θρέμμα της Βιτσέντζα, με γνώσεις αστρονομίας, χαρτογραφίας και γεωγραφίας εκτελούσε χρέη χαρτογράφου και μεταφραστή. Το πρωτότυπο χειρόγραφο της αφήγησής του(» lRelazione del Primo Viaggio Intorno Al Mondo«) που εξέδωσε αργότερα στο Παρίσι δυστυχώς χάθηκε. Η ιστορία όμως που μας διηγήθηκε έμεινε. Και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όνομά του.

Το σπίτι στη Βιτσέντζα είναι το σπίτι του Πιγκαφέττα. Κι η πορτογαλική εμφάνιση εξηγείται από την υπηρεσία στον Πορτογάλο Μαγγελάνο. Πουθενά δεν έχω διαβάσει γι αυτόν τον αρχιτεκτονικό χαρακτηρισμό. Ήταν η αυθόρμητη σκέψη μου μόλις είδα το σπίτι. Θύμιζε τόσο κτίρια της Λισαβόνας….

Οι Αδάμαστες Ψυχές είναι εξαντλημένο βιβλίο. Έψαχνα καιρό να το βρω αλλά ο εκδοτικός οίκος μου έλεγε ότι δεν είχαν σχέδια ανατύπωσης. Λίγο πριν το ταξίδι που μ’ έφερε στη Βιτσέντζα περνούσα τυχαία έξω από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην Ιπποκράτους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρίξω μια ματιά, κι ω του θαύματος δύο αντίτυπα, ένα δεμένο κι ένα άδετο, περίμεναν εκεί τον ‘ελευθερωτή’ τους. Γκελ γκελ καϊκτσή!

Πήρα το δεμένο και πολύ χαίρομαι γι αυτό. Είναι ακουμπισμένο στο κομοδίνο, δίπλα στο κεφάλι μου, μαζί με άλλα βιβλία και περιμένει. Από καιρού εις καιρόν, όταν θέλω να ξαλαργάρει το μυαλό μου σε άγριες θάλασσες, τ’ ανοίγω. Κι ένα νοτισμένο αεράκι δροσίζει το δωμάτιο και το μυαλό μου.

Νεραντζιές

Σε μια πόλη δίχως αυλές και κήπους, δίχως αλλέες και δημόσια πάρκα, είναι δύσκολο να αντιληφθείς την άνοιξη.Ιστράτι - Καζαντζάκης
Σαν αντίσταση, σαν αντάρτικο πόλεων ενάντια στον ολοκληρωτισμό του τσιμέντου, παραμένουν ακόμα μερικές άταχτες ομάδες από νεραντζόδεντρα που επιδίδονται σε ιδιότυπους ακτιβισμούς. Παγιδεύουν το βλέμμα των ανύποπτων περαστικών με το λευκό των ανθών τους, επιτίθενται στα οσφρητικά αισθητήρια κι απαγάγουν τη σκέψη σε ένα ξεμυάλισμα. Ανάγνωση του υπολοίπου…

Post Navigation