Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Βιογραφικά”

Ο μελαγχολικός Ναυτικός

Οι δύο Τριστάν σε σχδιο του ποιητήΤην περασμένη βδομάδα ταλαιπωρήθηκα από έλλειψη ύπνου. Σε κάποια από τις άυπνες ώρες ήρθε στο νου μου κάποιος που έχει όλα τα χαρακτηριστικά των προσωπικοτήτων που παρακολουθώ με ενδιαφέρον και σεβασμό αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να μοιάσω.

Μιλάω για τον Τριστάν Κορμπιέρ, τον ανθολογημένο από τον Πωλ Βερλαίν στους «Καταραμένους Ποιητές» ή LES POÈTES MAUDITS επί το γαλλικώτερον, που είχε γράψει το ποίημα Αγρύπνια (το παραθέτω στο τέλος στο πρωτότυπο).

Δεν νομίζω ακόμα να τον ξέρει πολύς κόσμος, τουλάχιστον εκτός Γαλλίας ή του στενού «συντεχνιακού» περιβάλλοντος των ποιητών.

Στην Γαλλία τον έχουν σαν κατεξοχήν θαλασσινό ποιητή. Κι η αλήθεια είναι ότι ανακατευόταν πολύ με τη θάλασσα. Πάντα σαν ερασιτέχνης όμως. Ποτέ επαγγελματικά ή έστω σαν τυχοδιώκτης.
Ο Κορμπιέρ γεννήθηκε στο Κοτ Κογκάρ την 18η Ιουλίου του 1845 και πέθανε την 1η Μαρτίου του 1875 στο πατρικό του στο Μορλαί.

Η σύντομη ζωή που έζησε ήταν γεμάτη αντιφάσεις και παραφορές. Ασθενικός χαρακτήρας, με κλίση προς τη λογοτεχνία και τη θάλασσα, κάνοντας χρήση μιας κρίσης άσθματος, θα πείσει τους γονείς του να τον γυρίσουν στο πατρικό από το σχολείο που τον είχαν στείλει στη Νάντη. από τότε ζει κυρίως υποστηριζόμενος από τους γονείς του και συμπεριφερόμενος με ιδιάζουσα αντισυμβατικότητα.
Τα ανέκδοτα γι αυτή τη συμπεριφορά αφθονούν:
Όταν κάποτε ο δήμαρχος της πόλης ανάγκασε τους κατοίκους να κυκλοφορούν τα σκυλιά τους με λουράκι, ο Τριστάν έδεσε τον άλλο Τριστάν, το σκύλο του, με ένα σπάγκο τριάντα μέτρων.
Μιαν άλλη φορά στερέωσε στο παράθυρα του σπιτιού του ότι όπλο είχε και τα συντόνισε να εκπυρσοκροτήσουν μεσούσης της λειτουργίας στην γειτονική εκκλησία.

Κυκλοφορεί ντυμένος σαν ζητιάνος, ναυτικός ή δανδής. Στο γκροτέσκο της φιγούρας του συντελεί κι η τεράστιά του μύτη.

Η μόνη ερωτική ιστορία της ζωής του είναι η περίπλοκη σχέση του με την Ζοζεφίνα Κιουτσιάνι, γυναίκα ενός κόμη, του Ροδόλφου ντε Μπαττέν. Η Ζοζεφίνα, ηθοποιός το επάγγελμα, παραδίδεται ως «όμορφη, λίγο κουτή, λίγο παχουλή, γεμάτη ηδυπάθεια, με μεγάλη ικανότητα τόσο στην ψευτιά, όσο και στην αφοσίωση».

Η Ζοζεφίνα ήταν κεραυνοβόλος έρωτας για τον Εδουάρδο Ιωακείμ, όπως είναι το κανονικό όνομα του Τριστάν. Σύντομα αναπτύσσεται μεταξύ τους μια σχέση εν γνώση και -ίσως- ενθάρρυνση του κόμη. Οι τρεις ταξιδεύουν μαζί στα κότερα του Τριστάν, διασκεδάζουν μαζί, συναντιούνται στο Παρίσι αλλά και στα κτήματα του κόμη. Για τις λεπτομέρεις υπάρχουν πολλά κενά. Οι ντε Ματτέν είναι το ζεύγος που θα τον βρει μισοπεθαμένο, ντυμένο ρούχα χορού στην τελευταία επίσκεψή του στο Παρίσι.

Δεκέμβριο του 1874 τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο Ντυμπουά απ’ όπου τον παραλαμβάνει η μητέρα του για να τον γυρίσει στο Μορλαί όπου και θα μείνει μέχρι τέλους.

Ο Τριστάν όσο ζούσε, εξέδωσε μια και μοναδική ποιητική συλλογή, τους «Κίτρινους Έρωτες» , LES AMOUR JAUNES γαλλιστί.
Σ’ αυτή τη συλλογή που βρήκα διαθέσιμη στο πρωτότυπο από το Project Gutenberg, υπάρχει το γνωστότερο ποίημά του , «Η Λιτανεία του Ύπνου» και το οποίο θεωρήθηκε πρόδρομο της αυτόματος γραφής των σουρεαλιστών.
Το βιβλίο δεν είχε καμιά τύχη κι ό ίδιος θα παρέμενε άγνωστος αν ένας άλλος καταραμένος δεν αποφάσιζε να τον συμπεριλάβει στην ανθολογία των καταραμένων.

Έτσι, με τη μεσολάβηση του Πωλ Βερλαίν, ο Τριστάν απέκτησε την δική του θέση στο Πάνθεο της ποίησης, όπου κάθεται ακόμα και τώρα σταβέντο …

INSOMNIE

 

Insomnie, impalpable Bête!
N’as-tu d’amour que dans la tête:
Pour venir te pâmer à voir,
Sous ton mauvais oeil, l’homme mordre
Ses draps, et dans l’ennui se tordre!…
Sous ton oeil de diamant noir.

 

Dis: pourquoi, durant la nuit blanche,
Pluvieuse comme un dimanche,
Venir nous lécher comme un chien:
Espérance ou Regret qui veille,
A notre palpitante oreille
Parler bas … et ne dire rien?

 

Pourquoi, sur notre gorge aride,
Toujours pencher ta coupe vide
Et nous laisser le cou tendu,
Tantales, soiffeurs de chimère:
—Philtre amoureux ou lie amère
Fraîche rosée ou plomb fondu!—

 

Insomnie, es-tu donc pas belle?…
Eh pourquoi, lubrique pucelle,
Nous étreindre entre tes genoux?
Pourquoi râler sur notre bouche,
Pourquoi défaire notre couche,
Et … ne pas coucher avec nous

 

Pourquoi, Belle-de-nuit impure,
Ce masque noir sur ta figure?…
—Pour intriguer les songes d’or?…
N’es-tu pas l’amour dans l’espace,
Souffle de Messaline lasse,
Mais pas rassasiée encor!

 

Insomnie, est-tu l’Hystérie….
Es-tu l’orgue de barbarie
Qui moud l’Hosannah des Élus?…
—Ou n’es-tu pas l’éternel plectre,
Sur les nerfs des damnés-de-lettre,
Raclant leurs vers—qu’eux seuls ont lus.

 

Insomnie, es-tu l’âne en peine
De Buridan—ou le phalène
De l’enfer?—Ton baiser de feu
Laisse un goût froidi de fer rouge….
Oh! viens te poser dans mon bouge!…
Nous dormirons ensemble un peu.

 

 

 

Κι η μετάφραση που υποσχέθηκα στα σχόλια (του Γιώργου Καραβασίλη)

 

 

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

 

 

 

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!

 

Δεν έχεις αγάπη μες το κρανίο;

 

Για να ‘ρθείς να λιποθυμήσεις σαν δεις

 

κάτω από το κακό σου μάτι, τον άνθρωπο να δαγκώνει

 

τα σεντόνια και μες στην πλήξη να κουρεύεται!…

 

Κάτω από το μαύρο διαμάντι του ματιού σου.

 

 

 

 

 

Λέγε! Γιατί ενώ περνά κατάλευκη η νύχτα

 

Βροχερή σαν Κυριακή

 

να ‘ρχεσαι να μας γλύφεις σα σκυλί;

 

Ελπίδα για πόνος π’ αγρυπνά

 

Στ’ αυτί που σπαράζει

 

Σιγανά να μιλά.. Και τίποτα να μη μας λέει;

 

 

 

 

 

Γιατί στο στεγνό μας λαιμό

 

Να γέρνει πάντα η άδεια σου κούπα

 

Και τον τράχηλο ν’ αφήνεις τεντωμένο;

 

Σε μας τους Τάνταλους διψασμένους για χίμαιρα

 

-Φίλτρο ερωτικό για μούργα πικρή

 

σταγόνα δροσιάς για μολύβι λιωμένο!-

 

 

 

 

 

Αγρύπνια, δεν είσαι ωραία λοιπόν;…

 

Ε, γιατί, ακόλαση κόρη

 

Στα γόνατά σου να μας σφίγγεις;

 

Γιατί στο στόμα μας ν’ αγκομαχάς;

 

Γιατί τον ύπνο να μας χαλάς

 

Και να μην μαζί μας κοιμάσαι;

 

 

 

 

 

Γιατί ωραία της νύχτας ακόλαστη

 

Η μαύρη ετούτη μάσκα στο πρόσωπο;

 

-Για να ταράζεις όνειρα χρυσά;

 

Δεν είσαι η αγάπη στο σύμπαν;

 

Ανάσα της αποκαμωμένης Μεσσαλίνας

 

Μα όχι ακόμα χορτασμένης;

 

 

 

 

 

Αγρύπνια, είσαι η υστερία

 

Είσαι το κακόφωνο όργανο,

 

Που αλέθει τα ωσαννά των εκλεκτών του Θεού;

 

-Ή δεν είσαι το απέθαντο πλήκτρο

 

Στα νεύρα κολασμένων γραφιάδων

 

Να ξύνει τους στίχους τους, που μόνο εκείνοι διαβάσανε;

 

 

 

 

 

Αγρύπνια, είσαι το αδιάφορο γαϊδούρι

 

Του Μπουριντάν ή φάλαινα

 

της κολάσεως; Το φιλί σου φωτιά

 

Μια γεύση αφήνει ψυχρή από κόκκινο σίδερο…

 

ω! Έλα και μπες μέσα στη νυχτικιά μου!

 

Θα κοιμηθούμε για λίγο μαζί.

 

 

 

 

Advertisements

Ο πόνος του αλλοιώτικου


wreath by ShimmeeGrrl.

Την πρώτη φορά που τον είδα, σε κείνο το Ολλανδικό θέρετρο όπου βρισκόμασταν για μια εταιρική συνάντηση μετ’ ολίγων διακοπών, απόρησα με την ηλικία του. Στεκόταν δίπλα στον Ο. κι έφτανε μέχρι τον ώμο του. Ενώ όλοι ήμασταν ντυμένοι με ρούχα παραλίας, εκείνος, καθότι μόλις είχε έρθει και θα τον σύστηναν σε υψηλόβαθμα στελέχη, ήταν κουστουμαρισμένος. Είχε επιτρέψει στον εαυτό του μόνο να αφαιρέσει το καλοκαιρινό σακάκι του.

Ρώτησα τον Ο. που ήταν και συμπατριώτης του (Δανός) και,όπως έμαθα αργότερα, παιδικός του φίλος, :
-Πόσο χρονών είναι;.
-Τριάντα κάτι.

Εμβρόντητος! Έδειχνε δεκαέξι!

Δύο πράγματα συντελούσαν καταλυτικά σ’ αυτήν την εντύπωση: η ολοσχερής έλλειψη τριχοφυΐας στο πρόσωπο, και το μικρό ύψος. Ως βόρειος δε, είχε κατάξανθα ίσια μαλλιά κι αυτή το ροδαλή όψη με το κάτασπρο δέρμα, που χωρίς καθόλου γένια,τον έκανε ακόμα πιο άσπρο.

Πάντως ο Τ. προσπαθούσε να δείχνει κύριος. Όσο τον θυμάμαι, τα κουστούμια του (είχε μια προτίμηση στα γκρίζα με σταυρωτό σακάκι) κι οι γραβάτες ήταν πάντα άψογα. Το ύφος του σοβαρό και μετρημένο. Χαμογελούσε λίγο. Όταν γνωριστήκαμε καλύτερα, ανακάλυψα πως διέθετε χιούμορ αλλά η φυσική του δειλία δεν του επέτρεπε να το εκφράζει συχνά πυκνά.

Έκτοτε, και για διάστημα τριών περίπου χρόνων, βρισκόμασταν αραιά αλλά ταχτικά, πάντα για δουλειές της εταιρείας και συνήθως σε κάποια Ευρωπαϊκή πόλη. Σπανιώτερα στην Αθήνα.

Τελευταία φορά που ειδωθήκαμε ήταν στο Βελιγράδι, πριν το χαλασμό με το Κόσοβο. Το ξενοδοχείο που είχαμε μείνει, ένα μεγάλο ξενοδοχείο δυτικής αλυσίδας με μουντά χρώματα,σοσιαλιστικού μπλοκ αισθητική και νεκρική ησυχία, βομβαρδίστηκε έμαθα αργότερα, το ίδιο κι η γέφυρα του Δούναβη που ήταν κοντά, και ο Πύργος του Σερβικού ΟΤΕ παραδίπλα.
Άσχετα αλλά συντελούν στην γενική ανάμνηση,όπως θα δείτε παρακάτω.

Σ’ αυτή τη συνάντηση, θες το γενικό κλίμα της μοναξιάς, θες γιατί είχαμε τρεις μέρες μαζί, μου ανοίχθηκε λίγο περισσότερο. Μου είπε για το παράπονό του, πως ένοιωθε να μην τον υπολογίζουν όσο άξιζε, να μην του αναθέτουν πράγματα ανάλογα της εμπειρίας του (που παρεμπιπτόντως δεν ήταν ασήμαντη), για το τι επιθυμούσε από καριέρα, εξέλιξη κτλ.

Για τα προσωπικά του δεν μου είπε. Δεν είχαμε έρθει και τόσο κοντά. Μια επαγγελματική γνωριμία ήμασταν. Τίποτ’ άλλο. Συνεχίσαμε περίπου στο ίδιο μοτίβο συζητήσεως κι όταν φύγαμε από το Βελιγράδι και περάσαμε μερικές ώρες στη Ζυρίχη. Στο αεροπλάνο της επιστροφής ένοιωθα να τον έχω συμπαθήσει. Και συμπονέσει. Γιατί ανάμεσα σ’ αυτά που δεν μου είπε, και που ήξερα από τρίτους, ήταν η αγωνία του να βρει γυναίκα, τα πειράγματα των φίλων του για το θέμα της ‘γκόμενας’, την παλιά ιστορία που είχε ξαναζωντανέψει κι είχε έρθει να τον βρει στην Ελβετία που έμενε, το αμφίσημο αυτής της παλιάς-νέας σχέσης που όπως το αγένειο πρόσωπό του παραπλανούσε για την ηλικία, έτσι κι εκείνη παραπλανούσε για την υφή της: φιλία τώρα πια; έρωτας ακόμα; κι από ποιόν προς ποιόν;

Τα ξέχασα γρήγορα όλα μέχρι που το σε λίγο καιρό το νέο έπεσε σα βόμβα. Ο Τ. πέθανε! Καρδιακή προσβολή είπαν. Δεν πήγε μια μέρα στο γραφείο κι οι φίλοι ανησύχησαν και τον έψαξαν. Και, το οξύμωρο, τον βρήκαν οριστικά χαμένο.

Δεν ξέρω γιατί αυτή η ιστορία μου είχε κολλήσει στο μυαλό. Στεναχωρήθηκα και σοκαρίστηκα βέβαια αλλά ένοιωθα κι ένα ερωτηματικό. Εν τω μεταξύ, άσχετοι λόγοι με είχαν απομακρύνει από τους ανθρώπους του κύκλου του και δεν μπορούσα να μάθω λεπτομέρειες.

Πέρασε περίπου ένας χρόνος. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή είδα τυχαία στον εταιρικό κατάλογο του υποκαταστήματος της Αγγλίας, το τηλέφωνο μιας κοπέλας από τον κύκλο του. Μαζί της είχα συνεργαστεί για καιρό σε κάποιο έργο και υπήρχε και συμπάθεια κι εκτίμηση και θάρρος. Είχε αλλάξει πόστο όμως κι είχα χάσει τα ίχνη της.
Την πήρα κι αφού είπαμε τα γνωστά τι κάνεις, που χάθηκες, με τι ασχολείσαι τώρα, την ρώτησα για τον Τ. Κόμπιασε. Μου είπε ότι θα μ’ έπαιρνε την άλλη μέρα να μου πει γιατί δεν είχε χρόνο.

Την επόμενη με πήρε στην καθορισμένη ώρα. Άρχισε να μου μιλάει με ένταση. Δεν ήταν όπως παρουσιάστηκε, μου είπε. Δεν έπαθε καρδιακή προσβολή. Είχε αργήσει να πάει στο γραφείο και ανησύχησαν. Ο Ο. πήγε να δει μήπως έπαθε κάτι. Βρήκε την πόρτα του διαμερίσματός του μισάνοιχτη. Την έσπρωξε κι άνοιξε με δυσκολία. Γιατί κάτι την εμπόδιζε. Στη πίσω πλευρά ήταν κρεμασμένο το άψυχο σώμα του Τ. Κρεμασμένο από μια ζώνη. Ο Ο. παλάβωσε. Πάλεψε ώρα να ξεκρεμάσει το φίλο του. Στη διήγηση της κοπέλας διέκρινα πια θυμό. Παρά τα δάκρυα. Μου το ομολόγησε.
– Ήθελα να τον πιάσω από τους ώμους και να του φωνάξω γιατί το έκανες, μου είπε.
-Γιατί το έκανε; ρώτησα κι εγώ χαμένος.
-Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά, αποκρίθηκε. Πρέπει να είχε σχέση μ’ αυτήν την κοπέλα. Χώρισαν κι αυτή έφυγε για Νορβηγία.

Δεν ξέρω γιατί μ’ έπιασε καλοκαιριάτικα, ντάλα ήλιο, να διηγηθώ κάτι τόσο λυπηρό. Ίσως για να το ξορκίσω. Ίσως πάλι να με βάρεσε η Αυγουστιάτικη πανσέληνος. Για ένα περίεργο λόγο πάντως θέλω να πω αυτή την ιστορία. Έχει γραφτεί μέσα μου παρότι δεν ήταν μια ιστορία ενός κοντινού μου προσώπου. Ο τρόπος που διαλέγει να πεθάνει κάποιος, μιλάει για την απελπισία του. Κι αυτό το κρέμασμα από την πόρτα μου φάνηκε πολύ χειρότερο από ένα θάνατο με πιστόλι, μες στα αίματα.

Κι είναι και το άλλο. Ότι δεν πεθαίνει κανείς μόνο από έρωτα αλλά κι από την έλλειψή του. Θρυλούμενη ή πραγματική, δεν έχει σημασία.

Ο ιδανικός ηγέτης

Αν έχει περάσει κανείς από business school (ημεδαπό ή αλλοδαπό), είναι απίθανο να μην έχει υποστεί την πλύση εγκεφάλου περί ηγεσίας και ηγετικής ικανότητας. Το παράδοξο είναι ότι τα πράγματα που διδάσκεται είναι και σωστά και όμορφα, αλλά έχουν ένα ελάττωμα: συνηθίζουν να μην απαντώνται στην πραγματικότητα! Τουλάχιστον στην πραγματικότητα του εργασιακού χώρου που περιμένει τον φιλόδοξο μάνατζερ μετά το B-School.

Πάντως μέσα στα όμορφα παραμύθια που ακούγονται εκεί, είναι κι ένα που είναι και όμορφο και αληθινό.

Κυρίες και κύριοι! Ο ιδανικός ηγέτης δεν είναι ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Περικλής, ο Ναπολέων, ο Μπιλ Γκέητς ή ο Λη Αγιακόκα. Ο ιδανικός ηγέτης είναι ένας άγνωστος (γιατί άγνωστος είναι και επί της ουσίας αυτό που λέμε ηγέτης). Και το όνομα αυτού: Ernest Shackleton (1874-1922).

Ο Shackleton, αρχικά ναυτικός του Εμπορικού Ναυτικού, είναι κατά κύριο λόγο γνωστός σαν εξερευνητής. Πήρε πρώτα μέρος στην αποτυχημένη αποστολή του Rοbert Falcon Scott να φτάσει το νότιο πόλο (άλλως γνωστή κι ως εκστρατεία του Discovery, από το όνομα του πλοίου του, 1901). Έφτασαν μόλις ως το γεωγραφικό πλάτος 82°17′ νότιο.

Έπειτα, το 1904-5 ηγήθηκε μιας άλλης προσπάθειας, χωρίς επιτυχία επίσης, αλλά με σημαντική πρόοδο: έφτασε μέχρι το γεωγραφικό πλάτος 88°23′ νότιο, δηλαδή 180 χλμ μακριά από τον πόλο.

Σε μια τρίτη αποστολή, το 1914, όχι πια με σκοπό την κατάκτηση του πόλου, αφού τους είχε προλάβει ο Αμούνδσεν το 1911, αλλά με στόχο να διασχίσουν την Ανταρκτική πεζή, το σκάφος του Endurance αρχικά κόλλησε στους πάγους της Θάλασσας του Βέντελ και κατόπιν θρυμματίστηκε απ’ αυτούς.

Ο Shackleton τότε υποσχέθηκε στο πλήρωμά του (που κατασκήνωνε στους πάγους με λίγα εφόδια και μερικές βάρκες) πως θα τους γυρίσει πίσω σώους και χωρίς να χαθεί κανείς. Και το τήρησε! Φεύγοντας με μια μικρή ομάδα κι ένα σκαφάκι έξι μέτρων διέπλευσε τον ωκεανό μέχρι την Νότια Γεωργία κι έστειλε βοήθεια στους υπόλοιπους. Το επόμενο χρόνο δε πήγε και διέσωσε την ομάδα τροφοδοσίας του (γνωστή σαν Ross Sea Party) που είχε χαθεί στην Ανταρκτική κι αυτή.

Στην τήρηση αυτής του της υπόσχεσης γράφτηκαν επικές σελίδες αλλά κυρίως αναδείχτηκε η ηγετική ικανότητα του Shackleton. Γιατί τελικά η ηγετική ικανότητα σ’αυτό κατατείνει: να μπορείς να εμπνέεις, να παροτρύνεις, να ενθαρρύνεις, να συσπειρώνεις γύρω από ένα κοινό σκοπό.

Όχι με γενικούς κι αόριστους λόγους, αλλά με το παράδειγμα, την ένας προς ένα επαφή, την ανιδιοτέλεια και την δικαιοσύνη. Περιέργως πως, οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στο κάλεσμα τέτοιων ποιοτήτων. Κι ακολουθούν. Κι ενίοτε, όπως στην περίπτωση του Shackleton, σώζονται. Κυριολεκτικά.

 

Λεπτομέρειες της βιογραφίας του Shackleton, μπορείτε να βρείτε στην Wikipedia.

Σας αφήνω δε να απολαύσετε το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό της αποστολής εδώ αναλογιζόμενοι πόσους τέτοιους ηγέτες έχετε συναντήσει στη ζωή σας. Κι αν λείπουν οι ηγέτες, είπα, τουλάχιστον να μην λείψουν κι οι ιστορίες γι αυτούς. Γιατί κι οι ιστορίες παρακινούν κι εμπνέουν.

 

Καίγοντας βιβλία

Η ιστορία αφορά μια φιγούρα που μοιάζει πολύ στον Γκάνταλφ του Άρχοντα των Δακτυλιδιών: είναι γέρος, σοφός και, πολλοί λένε, μάγος. Η επιρροή του δεν περιορίζεται στον πολυάριθμο κύκλο των μαθητών του αλλά αγγίζει ηγεμόνες κι αυτοκράτορες. Οι άνθρωποι της εκκλησίας τον μισούν και τον φοβούνται αλλά δε τολμούν να τον αγγίξουν. Αυτό σε τίποτα δεν τους εμποδίζει να ζητούν την βοήθειά του. Κι αυτός την παρέχει, όχι από φιλοσοφική ομοφωνία, αλλά από πολύπλοκο και σοφό πολιτικό οραματισμό.

Ο χρόνος είναι παρελθόν: πεντακόσια πενήντα χρόνια πίσω, σε ένα καιρό λίγο πριν την πτώση και την συντριβή, αλλά και συγχρόνως πριν το ξύπνημα και την αναγέννηση.

Κι ο τόπος είναι ελληνικός και γι αυτό μυθικός. Ηρωικός και δοσίλογος, αντάρτης και υποταγμένος.

Βρισκόμαστε στο 1452. Κι η ιστορία αρχίζει από τη στιγμή που ο γέρος αφήνει τον κόσμο πλήρης ημερών κι αφήνει πίσω του ένα και μοναδικό βιβλίο, απόσταγμα ζωής, κόπο και καρπό χρόνων, που πρόκειται να γίνει το ‘μπεστ σελλερ’ του ενός αντιτύπου.

Το βιβλίο δεν είναι αιρετικό. Είναι ειδωλολατρικό. Δεν παρέχει τα συνήθη προβλήματα στους εξασκημένους θεολόγους, αφού τους απορρίπτει συλλήβδην. Και τέλος δεν είναι τυχερό. Γιατί μόλις ο γέρος πεθαίνει, περιέρχεται στην κατοχή της γυναίκας του ηγεμόνα που από άγνοια, φόβο, βλακεία, πολιτικό υπολογισμό -ποιος μπορεί αλήθεια να ξέρει- το παραδίδει στον ορκισμένο εχθρό του.
Κι αυτός με τη σειρά του, όπως ο ίδιος ανερυθρίαστα ομολογεί, το καίει.

Κι έτσι χάνεται για πάντα ένα ανεπανάληπτο μνημείο πνευματικής ανταρτωσύνης και αποκοτιάς, ίσως κι αφέλειας, μα οπωσδήποτε μοναδικής γοητείας. Κι ότι έχει μείνει ως σήμερα για να μπορούμε να το συζητάμε, είναι αποσπάσματα που έσωσαν οι μαθητές κι οι φίλοι από αντιγραφές ή προφορικές καταγραφές…

Ο Γεώργιος Γεμιστός, ο αποκαλούμενος Πλήθων, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από μάλλον επιφανή οικογένεια. Η νεότητά του είναι σχεδόν παντελώς άγνωστη. Γνωρίζουμε μόνο ότι κάποια στιγμή φτάνει στην πρωτεύουσα του Μεγάλου Τούρκου και μαθητεύει υπό έναν επίσης ελάχιστα μνημονευόμενο Εβραίο, ονόματι Ελισαίο.
Στην Αδριανούπολη θα περάσει ικανό χρόνο μέχρις να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη κι από κει να μεταβεί οριστικά στο Μυστρά ενώ ο δάσκαλος του θα καεί στην πυρά, ως υποστηρικτής φιλελεύθερων και μεταρρυθμιστικών ιδεών.

Αν περπατήσεις ξυπόλητος στην κοιλάδα του Ευρώτα, αν ανέβεις τα μονοπάτια του Ταΰγετου κι αν είσαι γνώστης του αρχαίου κόσμου, τότε αυτός ξυπνά και σε στοιχειώνει.
Κι ο Γεμιστός γέμισε από τέτοια φαντάσματα. Φαντάσματα των βιβλίων και των ερειπίων. Φαντάσματα του ημίφωτος και του νου.

Μια μέρα ένα φάντασμά του με την όψη του Πλάτωνα του παίρνει την ψυχή. Οριστικά. Κι από τότε ως το τέλος της ζωής του αρνείται το Χριστό και προσκυνά ξανά το Δία και σκέφτεται σαν τον Πλάτωνα.
Πλάτων – Πλήθων,όχι τυχαία.

burningbooks.jpg


Δεν κρύβεται αλλά και δεν ξανοίγεται. Διδάσκει τα πιστεύω του κ ι η αφρόκρεμα των διανοουμένων της εποχής τον ασπάζεται. Στην Φεράρα και στη Φλωρεντία, που τον έχουν καλέσει να συμμετάσχει στη σύνοδο για την ένωση των εκκλησιών, αυτός μαζεύει γύρω του τα φυντάνια που αργότερα θα γίνουν η αναγέννηση και τους διδάσκει τον Πλάτωνα. Ο μαθητής του Βησσαρίων θα γίνει καρδινάλιος της καθολικής εκκλησίας και θα τον στηρίζει μέχρι τέλους ενώ θα μείνει στην Ιστορία για τη Βιβλιοθήκη του που περισώζει μεγάλο μέρος της αρχαίας γραμματείας.

Πίσω στο Μυστρά, ο Πλήθων συντάσσει μνημόνια προς το Δεσπότη που τον καλεί να αναμορφώσει το στρατιωτικό και οικονομικό σύστημα του Δεσποτάτου. Και συνεχίζει να διδάσκει και να μελετά. Μέχρι τέλους..

Όσο αφελή και ρομαντικά να μοιάζουν αυτά, φέρνουν στην επιφάνεια το ίδιο ερώτημα: Πόσο ένας άνθρωπος μπορεί να διαφέρει; Πόσο τον αντέχουν; Και τι τίμημα πρέπει να πληρώσει;

Το τίμημα του Πλήθωνα ήταν ο μεταθανάτιος διωγμός μέχρι εξαλείψεως του πνευματικού του έργου. Και το έργο του σύντομα ακολουθεί ο τόπος του κι οι ελπίδες του.

Αλλά ήταν στ’ αλήθεια τρελός όταν κήρυττε ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν μόνο στις δικές τους δυνάμεις για ν’ αντιμετωπίσουν την εξωτερική απειλή και την επερχόμενη λαίλαπα; Είναι τρελός όταν ζητάει να καταργηθεί ο μισθοφορικός στρατός και να γίνει στρατός κληρωτών; Είναι τρελός όταν ζητάει να θεωρείται ελεύθερο αγαθό η γη που λυμαίνονται οι φεουδάρχες και να την καλλιεργεί όποιος έχει τη δύναμη και το επιθυμεί; Είναι τρελός όταν αποκηρύσσει το μοναχισμό που μειώνει τον πληθυσμό και προσφέρει ραχάτικη ασφάλεια σε καιρό κινδύνων; Είναι τρελός, τελικά, που πιστεύει ότι πίσω από την κακοδαιμονία κρύβεται η ορθόδοξη εκκλησία κι η θρησκεία; Και μήπως τα γεγονότα τον δικαιώνουν; Γιατί, ας πούμε, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο φλογερώτερος διώκτης του, ο άνθρωπος που έκαψε το μοναδικό αντίτυπο των “Νόμων” του, γίνεται Πατριάρχης της αλωθείσας Κωνσταντινούπολης;

Τελικά το σπορ της καύσης βιβλίων ένα καταφέρνει: ο Σάρουμαν ανοίγει την κερκόπορτα κι ο Σώρον γίνεται πορθητής.

Η βασίλισσα κι ο καμπούρης


Ο μικρός Κωνσταντίνος, τεσσάρων μόλις ετών, σε μια στιγμή αταξίας, ξέφυγε από την παραμάνα του κι έπεσε και χτύπησε. Δεν ήταν ένα απλό χτύπημα, απ’ αυτά που γρατζουνίζουν παιδικά μουτράκια και σημαδεύουν γονατάκια. Ήταν ένα σοβαρό χτύπημα στην σπονδυλική με ολέθριες συνέπειες: επέφερε κύφωση και μια δυσμορφία που τον συνόδευαν σ’ όλη τη μετέπειτα ζωή του βαραίνοντας αντίστοιχα και στην ψυχή του.

Ο Κωνσταντίνος μεγαλώνοντας, αρχικά στράφηκε προς ιατρικές σπουδές αλλά γρήγορα τα παράτησε.Η οικογενειά του ήταν εύπορη και μπορούσε να του παράσχει διεξόδους κι έτσι έφυγε στη Βιέννη για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία.

Η μοίρα, παρόλο που δεν είναι κάτι υπαρκτό, είναι πάντα μια γοητευτική λογοτεχνική εξήγηση. Μια εξήγηση σύμφωνη με το πνεύμα και τους αισθητικούς προσανατολισμούς του Κωνσταντίνου. Η μοίρα, λοιπόν, εκεί στη Βιέννη, του χτύπησε μια μέρα την πόρτα με αυτοκρατορικό αγγελιαφόρο. Μάλλον, χτύπησε την πόρτα του αδελφού του πρώτα, που έμενε στο ίδιο σπίτι. Κάποιο σημαίνον πρόσωπο ζητούσε να μάθει ελληνικά και είχε βρει στο πρόσωπό του τον πιθανό δάσκαλο. Ο αδελφός, κλειστός, δειλός και μάλλον βαρύς τύπος, αρνήθηκε το αίτημα και ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να πάρει τη θέση του.

Και το παραμύθι αρχίζει…

Η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ, η λεπτή μακρυμαλούσα Σίσυ, που οι συγκαιρινοί μας έχουν μάθει από την ταινία με τη Ρόμυ Σνάϊντερ, ήταν μια εμβληματική γυναίκα. Όμορφη, ακόμα και με τα σημερινά γούστα, τραγική (ποια μάνα που χάνει το παιδί της δεν είναι;), μεγάλης πια ηλικίας (γύρω στα εξήντα) αλλά αμείωτης ομορφιάς και φιλαρέσκειας (ξόδευε ώρες για χτένισμα των μέχρι τα πόδια μακριών μαλλιών της κάθε μέρα). Αυτή η γυναίκα, που καθόταν στο θρόνο μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής και που λίγο το απολάμβανε, αποξενωμένη από καιρό από τον άνδρα της Φραγκίσκο Ιωσήφ που μικρή πολύ είχε αγαπήσει, και με αγιάτρευτη την απώλεια του γυιού της Ροδόλφου (που είχε αυτοκτονήσει μαζί με την ερωμένη του Μαρία Βετσέρα, ίσως γιατί ο έρωτάς τους ήταν ο αδιέξοδος έρωτας ενός πρίγκηπα για μια κοπέλα κατώτερης τάξης), περνούσε τις μέρες της διαβάζοντας και μαθαίνοντας, και το τελευταίο που είχε επιθυμήσει να διδαχτεί ήταν τα ελληνικά. Μπορεί την επιθυμία να υπαγόρευε και μια πρακτική αναγκαιότητα: η θερινή κατοικία ανάμεσα σε ελληνόφωνους, στην Κέρκυρα, στο Αχίλλειο.

Όποιος και να ‘ταν ο λόγος, έφερε τον νεαρό λογοτέχνη και καθηγητή στα ανάκτορα, σαν προσωπικό δάσκαλο της αυτοκράτειρας.

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, δεν είχε ευτυχήσει σε έρωτες. Η φυσική του κατάσταση ήταν
απαγορευτική κι η μελαγχολία του καθόλου δεν του ενέπνεε την τόλμη που απαιτεί ο έρωτας. Η γυναίκα κοντά στην οποία θα περάσει τις περισσότερες ώρες μόνος, είναι η Σίσυ. Δεν θα μπορούσε να μην την ερωτευτεί. Δεν θα μπορούσε να μην νοιώσει ευτυχισμένος να βρίσκεται δίπλα της. Δεν θα μπορούσε όμως και να υπερβεί τους φραγμούς της θέσης του, της κατάστασής του και του καιρού του: Ότι νοιώθει είναι δικό του, μέσα του, είναι μέρος της μελαγχολίας του και της τέχνης του συνάμα. Κι όπως κάθε τι εγκλωβισμένο, παίρνει γιγάντιες διαστάσεις. Η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ δεν είναι μια όποια γυναίκα. Είναι μια θεά. Όταν μιλά γι αυτήν χρησιμοποιεί το ‘Εκείνη’ με κεφαλαίο Ε. Περνά κοντά της γύρω στα τρία χρόνια διδάσκοντάς την και διδασκόμενος. Ο χρόνος με τη Σίσυ είναι χρόνος εκτός χρόνου. Η Ιστορία έχει σταματήσει. Είτε στους κήπους του Σένμπρουν, είτε στις εξοχές τις Κέρκυρας, είτε στα παράλια της Αδριατικής, η φύση μόνο στέκει δίπλα τους και υπομνηματίζει τις συζητήσεις του και φτιάχνει το ντεκόρ για τους μοναχικούς τους περιπάτους.
Κι εκείνος, ένας πιστός μαθητής της μεγάλης Ιέρειας, ρουφάει τα λόγια της, τις κινήσεις της, τα χαμόγελα και τις λύπες της… Τα ζυμώνει μέσα του, τα δουλεύει, τα εξυψώνει όσο δεν παίρνει και, τέλος, τα μεταπλάθει σ’ ένα Ευρωπαϊκό βιβλίο, το κορυφαίο του έργο: Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ.

Το βιβλίο γράφεται πρώτα στα Γερμανικά και μεταφράζεται από τον ίδιο στα Ελληνικά. Είναι το πιο εστέτ βιβλίο που έχει γραφτεί από Νεοέλληνα λογοτέχνη. Ο Χρηστομάνος στρίμωξε μέσα του όλα τα μαθήματα της αισθητικής των συμβολιστών, του εκλεκτισμού και των νεορωμαντικών. Προσωπικά δεν έχω βρει σε ελληνικό βιβλίο αναφορές στου Πρεραφαηλίτες αλλού εκτός από τον δω.


Αλλά ο καμπούρης του παραμυθιού μας είναι φυσιογνωμία μισημένη από την ευτυχία: το βιβλίο, που μέσα είχε βάλει την ψυχή του, απαγορεύεται στην Αυστρία γιατί θεωρείται ότι προσβάλλει την μνήμη της Αυτοκράτειρας που πριν λίγο καιρό είχε δολοφονηθεί στην Γενεύη από Ιταλό αναρχικό. Κι ο ίδιος χαρακτηρίζεται persona non grata κι αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Γράφω αυτά τα λίγα για το Χρηστομάνο από ένα αίσθημα αδικίας: είδα για πρώτη φορά να αναφέρεται το όνομά του με ελάχιστες λεπτομέρειες κι εξηγήσεις,όταν είχα επισκεφτεί το Αχίλλειο. Γενικά, σιγή…
Το βιβλίο, ανεξάρτητα αν πια είναι παρωχημένου γούστου, είναι ένα ιστορικό μνημείο κι η Ελλάδα του συμπεριφέρθηκε όπως και σ’ όλα τα μνημεία: το βύθισε στη λήθη.
Κι ο ίδιος ο Χρηστομάνος βυθίστηκε στη λήθη, παρά τη σημαντική συνεισφορά του στην εξέλιξη του νεοελληνικού θεάτρου, το οποίο εκμοντέρνισε κι ανέβασε αισθητικά και δραματουργικά όταν ανέλαβε την διεύθυνση της Νέας Σκηνής.

Η μητέρα μου πάσχει από Αλτσχάιμερ. Το πιο τραγικό στην αρρώστια αυτή δεν είναι η απώλεια της μνήμης, αλλά η απώλεια της ταυτότητας του προσώπου. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχει προσωπικότητα. Γι αυτό και γω προσπαθώ εδώ να θυμήσω μια ιστορία λησμονημένη, γιατί όσο θυμόμαστε, είμαστε, κι είμαστε ότι θυμόμαστε…

Post Navigation