Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Ιστορίες”

Come on, touch me…

Ο κύριος κατέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες στο σταθμό του Μετρό στο Μοναστηράκι και στάθηκε να περιμένει. Οκτώ λεπτά αναμονής έδινε ο φωτεινός πίνακας και κατεύθυνση αεροδρόμιο. Η κατεύθυνση δεν τον απασχολούσε μιας και θα  κατέβαινε σε λίγες στάσεις, αλλά αυτός ο κόσμος… Κι Αυγουστιάτικα! Μεσοκαλόκαιρο! Ήταν οι τουρίστες βλέπεις που κάναν τη διαφορά.

Περίμενε μοιρολατρικά σ’ ένα παγκάκι κι όταν άκουσε τον ήχο του συρμού από μακρυά, σηκώθηκε και τοποθετήθηκε ‘στρατηγικά’ σε ένα σημείο που είχε μαρκάρει από περασμένη φορά ότι εκεί άνοιγε πόρτα.

Όντως, η πόρτα άνοιξε ακριβώς μπροστά του κι έτσι κατέλαβε πρώτος τη μια από τις τρεις κενές θέσεις του βαγονιού.  Μόλις έκατσε ταχτοποίησε κάποιες ζάρες στο πουκάμισό του, κούμπωσε ένα κουμπί που είχε ανοίξει, σήκωσε λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού για να παίρνει αέρα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κλείνοντας μέσα το μικρό τσαντάκι, αυτήν την παλιομοδίτικη σαχλαμάρα που κουβαλούσε μαζί του εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Του το είχαν κάνει δώρο όταν απολύθηκε από το στρατό, και συντηρητικός καθώς ήταν, δεν το άλλαξε.

Καθώς το τραίνο ξεκίνησε, ξεκίνησε και το μυαλό του να κάνει το συνηθισμένο προγραμματισμό: Τι θα έτρωγε το μεσημέρι; Τι το βράδυ; Τι έπρεπε να ψωνίσει; Χρειαζόταν να βάλει καμιά μπουγάδα; Είχε απορρυπαντικό; Χρειαζόταν να σιδερώσει κανένα πουκάμισο; Είχε απεσταγμένο νερό για το σίδερο; Τα ίδια πράγματα σκεφτόταν κάθε μέρα, τα ίδια γυρόφερνε στο μυαλό του από τότε που πέθανε η μάνα του και πάντα κατέληγε στο μελαγχολικό συμπέρασμα: «Τι κρίμα που δεν παντρεύτηκα».

Στο Σύνταγμα, ο νεαρός με τα ακουστικά  στ’ αυτιά που καθόταν δίπλα του σηκώθηκε και τη θέση του πήρε μια ταλαιπωρημένη γυναίκα από το πλήθος που εισέβαλε. Πρέπει να πλησίαζε τα σαράντα κι είχε ακόμα τα ίχνη μιας παλιάς ομορφιάς κρυμμένα κάτω από την ατημέλητη εμφάνιση.  Φορούσε ένα τσαλακωμένο πρασινωπό φόρεμα, και κάποιο είδος σανδάλια. Κάθισε κι έβγαλε ένα μικρό ήχο ανακούφισης, σημάδι ότι παρότι πρωί, ήταν κι όλας κουρασμένη.

Ήταν όντως. Χρόνια τώρα. Aπό τότε που την πάντρεψαν μ’ αυτόν τον άθλιο κρεατέμπορα. Έφυγε βέβαια από το χωριό κι ήρθε στην Αθήνα λόγω του γάμου, αλλά ποτέ να μη έσωνε. Τι την κρατούσε και δεν χώριζε τόσα χρόνια; Φοβόταν. Ο άντρας της ήταν βίαιος, μπορούσε να γίνει πιο βίαιος, κι αυτή δεν ήξερε πόσο, κι ένοιωσε το σημάδι στο μπράτσο της να την καίει. Την είχε τραβήζει  τόσο δυνατά τις προάλλες που μελάνιασε. Ασυναίσθητα το γύρισε από την άλλη μεριά για να μην φαίνεται. Και με την κίνηση το σώμα της μετατοπίστηκε ελαφρά, έτσι που το γυμνό δέρμα του δεξιού χεριού, εκεί περίπου που τελείωνε το κοντό μανίκι του φορέματος, ακούμπησε τον διπλανό της στο ίδιο πάνω κάτω σημείο.

Ο κύριος ένοιωσε το ζεστό δέρμα να εφάπτεται απαλά στο δικό του σ’ ένα τόσο δα μικρούλι σημείο, τόσο γλυκό κι ευχάριστο,που, παρά τον άμεσο συναγερμό να τραβηχτεί, αφέθηκε εκεί για να απολαύσει μια δυο στιγμές ακόμα το αθέλητο άγγιγμα. Σφίχτηκε μάλλον, κι η έκφρασή του πρόδιδε τη μικρή ανομία. Η γυναίκα με την διαίσθησή της κατάλαβε την υφαρπαγή της τρυφερότητάς της κι ετοιμάστηκε κι αυτή να τραβηχτεί. Αλλά κάτι την κράτησε. Κοίταξε με την άκρη του ματιού τον διπλανό της. Κάτω από την άκομψη συντηρητική εμφάνιση διέκρινε μερικά ευχάριστα ανδρικά χαρακτηριστικά. Ένα μίγμα δύναμης κι αδυναμίας κάτι που βγάζει στις γυναίκες το μητρικό εαυτό. Κατάλαβε αμέσως ότι πρόκειτο για εργένη. Το επιβεβαίωσε με ένα κρυφοκοίταγμα στα χέρια  του των οποίων κανένα δάκτυλο δεν έφερε βέρα. Ποτέ δεν είχε ‘γνωρίσει’ άλλον άνδρα από τον άνδρα της. Πως να είναι άραγε; Μπορούσαν οι άνδρες να είναι τρυφεροί; Να χαϊδεύουν όχι μόνο γεννητικά όργανα αλλά και μαλλιά και χέρια; Τι όμορφα που θάταν, σκέφτηκε, και η αίσθηση της επιδερμίδας του διπλανού της έγινε γλυκειά και οικεία ξαφνικά.

Το τραίν0 συνέχισε τη διαδρομή του φασαριόζικα. Σε κάποια τραντάγματα έκανε το άγγιγμα των δύο συνταξιδιωτών πιο στενό, σε κάποια άλλα σχεδόν το έλυνε. Μικρές ηδονές ανέβλυζαν και στους δύο στην πρώτη περίπτωση, μικροί πανικοί στη δεύτερη.

Ο κύριος κοίταζε την συνεπιβάτιδά του μέσα από το τζάμι κι όσο την κοίταζε του άρεσε. Παρά το αχνό της αντανάκλασης, διέκρινε την κούραση και τον πόνο στο πρόσωπο. Κι αυτό του προξενούσε μια διάθεση τρυφερότητας.

Ναι, πραγματικά του άρεσε!

Τι καλά που θάταν να την γνώριζε. Να της μιλούσε…

Κι εκείνη, παρασυρμένη από την απρόσμενη μικροσκοπική ζεστασιά του τυχαίου αγγίγματος,  σκεφτόταν πως της χρειαζόταν ένας άντρας με λίγη, όχι πολύ, λίγη τρυφερότητα. Να γευτεί η ψυχούλα της αυτό τον καρπό που είχε ξεχάσει από τα παιδικάτα της. Να μπορεί να αφεθεί λίγο…

«ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ, ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ», είπε η γυναικεία φωνή στο μεγάφωνο κι η κρυφή απτική ‘ασυδοσία’ έλαβε τέλος.

Ο άνδρας σηκώθηκε, έπρεπε να κατέβει.

Εκείνη παραμέρισε ευγενικά για να περάσει.

Εκείνος την ευχαρίστησε.

Εκείνη του χαμογέλασε.

Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα με την καρδιά του να χτυπάει πιο έντονα.

Εκεινής το χαμόγελο πάγωσε αργά.

Εκείνος θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά ντράπηκε.

Εκείνη θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά συγκρατήθηκε.

Εκείνος κατέβηκε.

Εκείνη συνέχισε.

Και το αθέλητο χάδι έμεινε μετέωρο στην υπόγεια διαδρομή…

Το πορτογαλικό σπίτι

Οι ιστορίες έχουν τόπο και χρόνο. Γι αυτό και μένα μ’ αρέσει να νοιώθω το χρόνο τους όταν επισκέπτομαι τον τόπο τους. Να φέρνω στο μυαλό μου μιαν αφήγηση όταν πατάω τον τόπο που τη γέννησε, ή την φιλοξένησε, ή τουλάχιστον φιλοξένησε αυτόν που την έγραψε.

Πριν λίγους μήνες πέρασα από τη Βιτσέντζα για ένα απόγευμα μόνο. Στον οδηγό είχα διαβάσει πως η Βιτσέντζα είναι η πόλη του Παλλάντιο, του μεγάλου αναγεννησιακού αρχιτέκτονα. Στα περίχωρα αφθονούν οι βίλες που έχει χτίσει, ενώ όχι μακρυά από το επιβλητικό Δημαρχείο, δικό του δημιούργημα, είναι το Τεάτρο Ολύμπικο, το πρώτο κλειστό θέατρο της Ευρώπης, επίσης δικό του.
Πίσω από το Δημαρχείο, σε ένα στενό δρομάκι, συνάντησα ένα μακρόστενο σκοτεινό σπίτι με έντονα πορτογαλική αρχιτεκτονική. Ένοιωσα μια κρυφή χαρά όταν το είδα, γιατί σ’ αυτό το πορτογαλικό στυλ αναγνώρισα αυτό που έψαχνα. Είχα κάνει την πολυπόθητη σύνδεση.

Από τον latemunesa

Αλλά ας πάμε την ιστορία πίσω. Εκεί που ξεκίνησε. Σ’ ένα βιβλίο. Ως συνήθως.

Πριν πολλά χρόνια είχα διαβάσει τις «Αδάμαστες Ψυχές» του Φώτη Κόντογλου. Γνωρίζοντας τον βυζαντινό ‘προσανατολισμό’ του Κόντογλου, το βιβλίο είχε αποτελέσει έκπληξη καθώς είναι μια συλλογή ιστοριών θαλασσοπόρων, κονκισταδόρες, πειρατών και άλλων ταξιδευτών προερχόμενων από τη Δύση.

Ο Κόντογλου, για να συγγράψει το βιβλίο είχε ανατρέξει σε παλιά χειρόγραφα και δυσεύρετα κείμενα. Και γι αυτό μόνο του άξιζαν συγχαρητήρια. Δεν έμεινε εκεί όμως. Οι ιστορίες που άλλοτε μετέφραζε άλλοτε παράφραζε και συντόμευε, είχαν την φρεσκάδα και τη ζωντάνια της δικής του γλώσσας, της ασκημένης στα μυστικά των ναυτικών επαγγελμάτων και όρων . Επιπλέον, διακόσμησε το βιβλίο με δικά του σχέδια, σε βυζαντινή τεχνοτροπία αλλά με απαράμιλλη χάρη.

Αντόνιο Πιγκαφ�ττα

Από τον oceanking_uk…

Μια από τις «Αδάμαστες Ψυχές¨ του ήταν κι ο Αντόνιο Πιγκαφέττα, ο χρονογράφος του ταξιδιού του Φερδινάνδου Μαγγελάνου κι ένας από τους 18 παλινοστήσαντες του πρώτου αυτού περίπλου της γης (260 είχαν ξεκινήσει). Ο Πιγκαφέττα, γέννημα θρέμμα της Βιτσέντζα, με γνώσεις αστρονομίας, χαρτογραφίας και γεωγραφίας εκτελούσε χρέη χαρτογράφου και μεταφραστή. Το πρωτότυπο χειρόγραφο της αφήγησής του(» lRelazione del Primo Viaggio Intorno Al Mondo«) που εξέδωσε αργότερα στο Παρίσι δυστυχώς χάθηκε. Η ιστορία όμως που μας διηγήθηκε έμεινε. Και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όνομά του.

Το σπίτι στη Βιτσέντζα είναι το σπίτι του Πιγκαφέττα. Κι η πορτογαλική εμφάνιση εξηγείται από την υπηρεσία στον Πορτογάλο Μαγγελάνο. Πουθενά δεν έχω διαβάσει γι αυτόν τον αρχιτεκτονικό χαρακτηρισμό. Ήταν η αυθόρμητη σκέψη μου μόλις είδα το σπίτι. Θύμιζε τόσο κτίρια της Λισαβόνας….

Οι Αδάμαστες Ψυχές είναι εξαντλημένο βιβλίο. Έψαχνα καιρό να το βρω αλλά ο εκδοτικός οίκος μου έλεγε ότι δεν είχαν σχέδια ανατύπωσης. Λίγο πριν το ταξίδι που μ’ έφερε στη Βιτσέντζα περνούσα τυχαία έξω από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην Ιπποκράτους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρίξω μια ματιά, κι ω του θαύματος δύο αντίτυπα, ένα δεμένο κι ένα άδετο, περίμεναν εκεί τον ‘ελευθερωτή’ τους. Γκελ γκελ καϊκτσή!

Πήρα το δεμένο και πολύ χαίρομαι γι αυτό. Είναι ακουμπισμένο στο κομοδίνο, δίπλα στο κεφάλι μου, μαζί με άλλα βιβλία και περιμένει. Από καιρού εις καιρόν, όταν θέλω να ξαλαργάρει το μυαλό μου σε άγριες θάλασσες, τ’ ανοίγω. Κι ένα νοτισμένο αεράκι δροσίζει το δωμάτιο και το μυαλό μου.

Το «Ταξί» στο γκαράζ του

Για λόγους καθαρά αρχειοθέτησης των κειμένων μου, αναδημοσιεύω εδώ την ιστορία που ήταν στο φιλοξενείο τις δυο προηγούμενες μέρες. Όσοι την διάβασαν μπορούν να … στρίψουν. Όσοι όχι, πάλι μπορούν να στρίψουν, αλλά αν ακολουθούσαν λίγο μακρύτερη διαδρομή, πατώντας το επόμενο λινκάκι, ευτυχείς θα ήμασταν 🙂

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Πίετε εξ αυτού πάντες

Ο Γερασιμάκης ήταν ο Βενιαμίν της οικογένειας. Στην ηλικία των τεσσάρων ήταν ακόμη αρκετά μικρός για να μην τον βάζουν να βοηθάει στο μαγαζί. Αλλά κι αρκετά μεγάλος για να κυκλοφοράει ελεύθερος ανάμεσα στους θαμώνες.

Πριν την Κατοχή, η  Ταβέρνα της γιαγιάς μου στο Τουρκολίμανο ήτανε στέκι ψαράδων, συνήθως πεινασμένων και -κυρίως- διψασμένων για κρασί. Το μόνο στέκι. Δεν υπήρχαν άλλα μαγαζιά τότε, στο μικρό αυτό φυσικό λιμανάκι, που τώρα λυμαίνονται οι καφετέριες και τα ρεστωράν.

Η γιαγιά μου, καθόλου επιχειρηματικό πνεύμα, ανίκανη να εκμεταλλευτεί την μονοπωλιακή θέση, μοίραζε το κρασί εξ ίσου άφθονα με τα βερεσέδια. Και για να μην κατεβαίνει ξεροσφύρι, περνούσε τις μέρες της μέσα στην κουζίνα, ζυμώνοντας, πλάθοντας, μαγειρεύοντας, ψήνοντας, τηγανίζοντας, για να ταΐζει τους φουκαράδες ή τους ακαμάτηδες -ήταν ζήτημα κοινωνικής θέσης το πως θα τους χαρακτήριζες.

Ο Γερασιμάκης, ειδικά τις πιο κρύες μέρες, έπαιζε μες την ταβέρνα. Τρύπωνε κάτω από τραπέζια και καρέκλες κυνηγώντας τις γάτες, ή συνδιαλεγόταν -τρόπος του λέγειν- με τους μεθυσμένους πελάτες που με την όραση που δίνει το κρασί έβρισκαν τον κόσμο πιο όμορφο, και γινόντουσαν πιο καταδεκτικοί να ασχοληθούν με το μυξιάρικο. Μέχρι που το έλεγαν και χαριτωμένο. Κάποιοι τον κάθιζαν στα γόνατα και του τραγουδούσαν με άγριες φάλτσες φωνές. Κι αν αυτός ήταν ανήσυχος και δεν ήθελε κανακέματα, δεν πείραζε. Το τραγούδι θα συνέχιζε έτσι κι αλλιώς.

Την είχε συνηθίσει αυτή την εικόνα ο Γερασιμάκης: τους μουστακαλήδες άντρες με τα χνώτα που μύριζαν όπως και τα βαρέλια στην αποθήκη, τις ανάκατες άγριες φωνές, τα καρτούτσα και τα μισόκιλα που πηγαινοέρχονταν, τους ήχους από τα πηρούνια στα πιάτα και τα ποτήρια που υψώνονταν στον αέρα για να συγκρουστούν με κρυστάλλινο ήχο.

Ο πατέρας του συχνά τον συμβούλευε να μην μπλέκει στα πόδια των μεθυσμένων γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν.

Αυτό το τελευταίο το είχε εμπεδώσει. Είχαν βοηθήσει κάποιες αναίτιες σφαλιάρες που είχε φάει από θύματα της αμπέλου σε στιγμές μικρής κι αθώας σκανδαλιάς.

Μια Κυριακή,νωρίς το πρωί, η γιαγιά του τον ξύπνησε να τον πάει στην εκκλησία. Πρώτη φορά! Του έβαλαν το καλό παντελονάκι, παπούτσια που τον πόναγαν και τον δυσκόλευαν γιατί γύρναγε ξυπόλητος συνέχεια, καλό πουκάμισο, άσπρο καθαρό και ένα παλτουδάκι που του ερχόταν ως το γόνατο. Τον είχαν κάνει μπάνιο αποβραδίς και τώρα ήταν φρέσκος και αρωματισμένος.

Η γιαγιά του χτένισε τα μαλλιά αφού τα έβρεξε λίγο για να κολλάνε, και του έκανε μια μικρή χωρίστρα. Όση επέτρεπε το κοντό μαλλάκι του. Έπειτα τον πήρε από το χέρι και τράβηξαν για την Αγία Αικατερίνη, μισή ώρα δρόμο.

Στην εκκλησία ο Γερασιμάκης μπήκε φοβισμένος. Το ημίφως των κεριών δεν επέτρεπε να βλέπει καθαρά. Η βαρειά ατμόσφαιρα από την κοσμοσυρροή, τον καπνό των κεριών και τα λιβάνια θύμιζε κάπως τη βαρειά ατμόσφαιρα της ταβέρνας. Μόνο που εδώ η μυρωδιά ήταν πιο γλυκιά. Η γιαγιά του τον ανέβασε να κάτσει σ’ ένα στασίδι στο πλάι της γυναικείας πτέρυγας. Από κει, με πόδια που αιωρούνταν πέρα δώθε μισό μέτρο πάνω από το πάτωμα, μπορούσε να παρατηρεί με ησυχία τα τεκταινόμενα.

Έβλεπε τους γενειοφόρους ιερείς, παπά και διάκο, ντυμένους με πολύχρωμα λαμπερά άμφια, να μπαινοβγαίνουν από την αγία πύλη, και τον ψάλτη μ΄ ένα μαύρο χιτώνα να στέκεται ορθός στη γωνία και να διαβάζει τραγουδιστά μέσα από ένα μεγάλο βιβλίο.

Ο Γερασιμάκης έμεινε ήσυχος για ώρα, κοιτώντας με τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια του. Προς μεγάλη ικανοποίηση της γιαγιάς δεν έδειχνε διάθεση για σκανταλιές και παιχνίδια. Ένα μικρό θαύμα, σκεφτόταν εκείνη.

Μετά από πολύ ώρα ο παπάς βγήκε από την ωραία πύλη κρατώντας ένα χρυσό ποτήρι στο χέρι του ενώ έψελνε φάλτσα «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέεεελθετεεεεε».

Ο κόσμος άρχισε να κινείται αργά, να πλησιάζει τον παπά και να πίνει από το ποτήρι του. Κι ύστερα έπαιρνε ένα κομματάκι ψωμί και το έτρωγε πεινασμένα, να μη μείνει ψίχουλο.

Η γιαγιά κατέβασε το Γερασιμάκη από το στασίδι, τον έβαλε στη γραμμή κι όταν πλησίασαν την ωραία πύλη, τον σήκωσε στα χέρια. Πριν προλάβει καλά καλά να καταλάβει τι γίνεται, ο παπάς του έτεινε ένα κουταλάκι με λίγο ψωμί και κρασί μέσα. Ο Γερασιμάκης το έκανε μια χαψιά μιας και δεν είχε φάει τίποτα το πρωί κι ύστερα άρχισε να μασουλάει το ξεροκόμματο που του έβαλε στο χέρι ένα παπαδοπαίδι που κράταγε ένα μεγάλο πανέρι. Το μασούλαγε ακόμα στο δρόμο της επιστροφής καθότι ήταν σκληρό και μπαγιάτικο, και δεν πήγαινε εύκολα κάτω.

Στο σπίτι ο πατέρας του τον ρώτησε: «Πως ήταν η εκκλησία Γερασικάκη;».

«Ρε μπαμπά. Αυτοί πρωί πρωί τρώγαν, πίναν και τραγουδάγανε. Ήταν όλοι μεθυσμένοι!»

Η εκπλήρωση

Με το ένα χέρι να μετράει στην τσέπη τις γόπες που είχε μαζέψει από το πρωί και το άλλο να σπρώχνει το καρότσι του σουπερμάρκετ στο οποίο είχε φορτωμένο το πενιχρό βιός του, ο Σαβούρας πλησίαζε αργά το παρκάκι που έστρωνε κάθε βράδυ να κοιμηθεί.

Το πραγματικό του όνομα δεν το ήξερε κανένας κι ο ίδιος καλά καλά το είχε ξεχάσει, τόσο καιρό -ζωή ολόκληρη- ρακοσυλλέκτης. Χρόνια πριν, κάποιο πιτσιρίκι τον βάπτισε «Σαβούρα» και του ‘μεινε. Δεν είχε ανάγκη από όνομα άλλωστε. Το όνομα είναι για να σε προσφωνούν γνωστοί και φίλοι και τέτοιους δεν διέθετε. Θα είχε μάλιστα ξεχάσει και να μιλάει αν δεν συνδιαλεγόταν ακατάπαυστα με τον εαυτό του. Μόνο προς το βράδυ σώπαινε, όχι για να κοιμηθεί αλλά για να πιει και να καπνίσει -όλες τις γόπες που είχε μαζέψει από το πρωί- κι ύστερα να αναπολήσει τα νεαρά κορίτσια που είχε συναντήσει μες τη μέρα και που παρά τα φευγαλέα βλέμματα που τους έρριχνε, κατόρθωνε να θυμάται με λεπτομέρεια φωτογραφική. Ως το βράδυ όμως. Γιατί ύστερα ο κρύος κι άβολος ύπνος κι η μπουκάλα το κρασί, ξέπλεναν τη μνήμη του ολοκληρωτικά.

Πριν αρχίσει να ναρκώνεται προλάβαινε πάντα να θωπεύσει νοερά τα νεαρά κορμάκια των συναπαντημάτων του που όσο μικρώτερης ηλικίας ήταν, τόσο πιο ποθητά τα εύρισκε. Ως εκεί έφτανε. Ποτέ οι θωπείες δεν δραπέτευαν από τη σκέψη προς την πράξη. Βοηθούσε κι η ανάμνηση της ολιγοήμερης φυλάκισης πριν είκοσι χρόνια, όταν σαραντάρης ακόμα, είχε πανικοβάλει μια μαμά πλησιάζοντας επικίνδυνα την κόρη της -πιο πολύ με τη σκαμμένη όψη του και την αποφορά, παρά με τις πράξεις του- που με τις φωνές της προκάλεσε την παρέμβαση δυο περαστικών αστυφυλάκων.

Με την πρώτη γόπα και την πρώτη γουλιά ένοιωθε μια ζέστα στα σωθικά του, ζέστα που συνδαύλιζε την ερωτική όρεξή του και που έστηνε το παλκοσένικο των μνημονικών καταγραφών της μέρας για να επιλέξει την πιο όμορφη και την πιο ζωηρή και να την πεθυμήσει. Να την πεθυμήσει πολύ. Μέχρι πόνου. Και να αισθανθεί πάλι πως ζει.

Αυτό πίστευε: όσο επιθυμούσε, ζούσε. Δεν είχε σημασία η εκπλήρωση. Είν’ έτσι κι αλλιώς προσωρινή, παιδικό κουβαδάκι με νερό απέναντι στην μαινόμενη πυρκαγιά του δάσους…

Δεν κατέφευγε καν στην πατροπαράδοτη μέθοδο ικανοποίησης των καταφρονεμένων, στον αυνανισμό. Όλα γίνονταν εντός. Εντός του μυαλού και της ψυχής του. Άρρωστο; Ε, δεν ήταν και κανένα υπόδειγμα υγείας γενικώς.

Στο γνώριμο στέκι -άπλωσε το λερό σλήπιν μπαγκ που είχε τυλιγμένο σε μια μαύρη σακκούλα σκουπιδιών, ασφάλισε το καρότσι πλαγιαστό κάτω από το παγκάκι – αφενός για να μην του το πάρει κανείς, αφετέρου γιατί το μέρος που εξείχε του χρησίμευε σαν τραπεζάκι για την μπουκάλα-, μέτρησε για πολλοστή φορά τις γόπες του. … δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερεις, δεκαπέντε, τρείς γόπες ένα τσιγάρο, είχε πέντε ολόκληρα τσιγάρα διαθέσιμα, κι ήπιε ήσυχα την πρώτη γουλιά.

Ύστερα έπιασε να μετράει τις κοπελούδες, δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερεις, δεκαπέντε κι αυτές, ωραία, μια για κάθε γόπα σκέφτηκε. Να ‘ταν κι οι γουλιές δεκαπέντε! Αλλά το κρασί ποτέ δεν του φτούραγε. Έτσι πως γέμιζε το στόμα ξέχυλα στην κάθε γουλιά, με πέντε ρουφιές άσπρο πάτο το μπουκάλι, αν ήταν γεμάτο δηλαδή…

Όταν είχε σβήσει και την τελευταία γόπα, είχε ουρήσει στο διπλανό δέντρο και φυλάξει την άδεια μπουκάλα σαν παλιό ρολόϊ κειμήλιο ή βαρύτιμο χρυσαφικό, άρχισε να γλαρώνει αργά αποχαιρετώντας τον χορό των καλίπυγων παρθένων της μνήμης του. Δεν γλίστρησε στον ύπνο όμως. Γιατί κάτι σαν βογγητό τάραξε την επερχόμενη νιρβάνα.  Στο ημίφως είδε μια λιγνή σκιά να περιφέρεται ζαλισμένα, ενώ τώρα στ’ αυτία του έφταναν σκόρπια λόγια.

«Που είσαι ρε Λάκη… γαμώ τη μάνα σου κωλοπαιδαρά… πάλι θα μου την κάνεις ρε μαλάκα… αφού δεν βλέπω την τύφλα μου… που είσαι ρε Λάκη;»

Όταν η σιλουέτα είχε πλησιάσει αρκετά, ο Σαβούρας διέκρινε μια αδύνατη κοπέλα, με ένα μόνο T-shirt ντυμένη παρά το χειμωνιάτικο κρύο. «Πρεζόνι», σκέφτηκε, έχοντας επανέρθει σε εγρήγορση. Είχε κακιά πείρα…

«Εσύ είσαι ρε μαλάκα;» του απεύθυνε την ερώτηση το αδύνατο κορίτσι.

«Ναι;»

«Εσύ είσαι ρεεε; Πως κουκουλώθηκες έτσι;;»

«Δεν είμαι ο Λάκης. Δίνε του»

«Μη με στέλνεις ρε Λάκη. Δεν φτάνει που μου βούτηξες το μπουφάν με τα φράγκα»

«Δίνε του λέμε, δεν είμαι ο Λάκης».

«Ασε να ξαπλώσω κι εγώ ρε μαλάκα. Κρυώνω», είπε κείνη έχοντας πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής πια. Άρχισε να τραβάει το φερμουάρ του σλήπιν μπαγκ για να τ΄ανοίξει.

Ο Σαβούρας πήγε να αντισταθεί αλλά όταν η άκρη του ματιού του έπιασε το πρόσωπό της, κέρωσε. Αν αφαιρούσες τους μεγάλους κύκλους και τα ρουφηγμέναμάγουλα, ήταν σωστό κουκλάκι, δεν πρέπει να ‘χε πατημένα τα δεκαπέντε.

Δεν αντιστάθηκε. Ήταν φανερό πως η μικρή μες την τεράστια μαστούρα της δεν αναγνώριζε τίποτα. Έσπρωχνε ήδη να χωθεί στο σλήπιν μπαγκ του. Ένοιωσε το παγωμένο δέρμα των χεριών της να τον ακουμπάει κι ανατρίχιασε. Κι η ανατριχίλα έγινε πανικός όταν ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό του.

«Είσαι μαλάκας ρε Λάκη» του είπε ξέπνοα αλλά πιο τρυφερά τώρα το κορίτσι που δεν άργησε να κοιμηθεί.

Ο Σαβούρας ένοιωθε το αίμα του να χτυπά στα μηνίγκια σαν κανιβαλικό ταμπούρλο. Το σώμα του είχε πυρακτωθεί. Ο σφυγμός έγινε τόσο δυνατός που νόμιζε πως θα τον άκουγαν μέτρα μακρυά. Αλλά δεν κινιόταν. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τη μικρή, δεν ήθελε να σταματήσει να ακουμπά πάνω του. Θα μπορούσε να την χαϊδέψει, να της κάνει όλα όσα είχε με το νου του κάνει τόσες και τόσες φορές σε τόσες και τόσες μικρές…

Κάτι τον έδενε…

«Όσο επιθυμείς, ζεις», σκεφτόταν, ξανά και ξανά. Όμως το στόμα της περιοδικά  πλησίαζ’  επικίνδυνα το δικό του κι η ανάσα της του καψάλιζε το μάγουλο.

Ώρα πολλή είχε παλέψει με τον εαυτό του. Όσες φορές είχε αποφασίσει να τολμήσει, άλλες τόσες δίστασε. Κι η νύχτα κι η κούραση βάραιναν τα μάτια του. Θα ‘χε μόλις κοιμηθεί όταν κάτι ζεστό κι υγρό στο ξεραμένο πανωχείλι του τον ξύπνησε. Η μικρή, κοιμισμένη ακόμα, παραδομένη στ’ όνειρο της πρέζας και του ύπνου, τον φιλούσε…

Την άλλη μέρα το πρωί κάποιοι περαστικοί τον βρήκαν πεθαμένο και τα πράγματά του σκόρπια ένα γύρω. Οι γιατροί στην νεκροψία δεν εντόπισαν κάποια εμφανή αιτία θανάτου. Ανακοπή καρδίας ήταν το πόρισμα. Στον νοσοκόμο όμως που τον είχε κουβαλήσει έκανε εντύπωση κάτι που πρώτη φορά έβλεπε σε πτώμα: οι μυς του προσώπου παρέμεναν συσπασμένοι σε χαμόγελο.

Post Navigation