Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Λογοτεχνία”

Θάνατος στη Βενετία

Θάνατος στη Βενετία, το φίλμΟ θάνατος έρχεται με δυο μορφές:

  • τη βίαια, την απότομη, την καταλυτική, του φόνου, της καταστροφής, του δυστυχήματος, το πολέμου, της συντέλειας.
  • την αργή, την των γηρατειών, της φθοράς, της εγκατάλειψης του ζωντανού, της βύθισης στον ωκεανό της ανυπαρξίας

Η Βενετία υπήρξε πρόξενος πολλών θανάτων του πρώτου τύπου, της επιφυλάχθηκε όμως ο δεύτερος. Αργά αργά η υγρασία την αγγαλιάζει και τη βουλιάζει. Τα δάχτυλα της θάλασσας, σα χάδι σήψης, σαπίζουν τα ξύλα της και τους σοβάδες. Σαν χιονάνθρωπος που λιώνει, η Βενετία γίνεται το πιόμα του ίδιου του νερού της.

Για κάποιο λόγο μ’ αρέσει να επιστρέφω σ’ αυτή την πόλη του θανάτου. Είναι μέρος των πολιτισμικών γονιδίων μου, είναι μέρος των γονιδίων της φαντασίας μου.

Κι επιστρέφω στη Βενετία με πολλούς τρόπους. Με τη σκέψη και την ανάμνηση συχνά πυκνά. Ακόμα κι όταν δανείζομαι την ανάμνηση από τον Ούγκο Πράτ και το Βενετσιάνικο παραμύθι ή την Κρυμμένη Αυλή του Μυστηρίου. Ή την εικόνα από το ηλιοβασίλεμα του Τέρνερ. Ή ακόμα την κάμερα του Βισκόντι, του πρώτου που με ξενάγησε σ’ αυτό το τοπίο του θανάτου.

Ο Βισκόντι έκανε φίλμ τη νουβέλα του Τόμας Μαν  το 1971, κι εγώ πρέπει να το πρωτοείδα το 1976. Στο φίλμ υπάρχει μια χαρακτηριστική απόκλιση από τη νουβέλα: ο κύριος χαρακτήρας της νουβέλας είναι συγγραφέας ενώ του Βισκόντι είναι μουσουργός. Ο Τόμας Μαν ήταν φίλος του Μάλερ κι ο ήρωας του Βισκόντι δανείζεται από αυτόν. Κατά τ’ άλλα όμως το έργο είναι πιστό. Κι αν δε με απατά η μνήμη μου, δεν είχε πάρει ιδιαίτερα καλές κριτικές.Εμένα όμως μου είχε αρέσει.

Για την εποχή ήταν τολμηρό: ένας μεσήλικας ερωτεύεται ένα νεαρό, σχεδόν παιδί, στο ξενοδοχείο που παραθερίζει, στο μακρόστενο νησάκι του Λίντο. Το Λίντο είναι κάτι σα φυσικός κυματοθραύστης της Βενετίας. Χωρίζει τη λιμνοθάλασσα από την Αδριατική κι από παλιά αποτελούσε τουριστικό προορισμό λόγω της μεγάλης αμουδερής παραλίας του.

Αν ήταν τολμηρό το φίλμ, φανταστείτε πόσο ήταν η νουβέλα που είχε εμφανιστεί το 1912!

Βέβαια η διεκπεραίωση του θέματος δεν έχει τίποτα το σκανδαλιστικό ή σεξουαλικό. Παραπέμπει συνειδητά στην αρχαία ελληνική μυθολογία κι ιστορία. Στους Σωκράτη και Φαίδωνα, με τους οποίους παραλληλίζει εαυτόν και τον όμορφο νέο (τον Τάτζιο, ένα δεκατετράχρονο αγόρι πολωνικής καταγωγής) ο Φον Άσσενμπαχ, ο ήρωας της νουβέλας.

Το όλο έργο έχει μια στοχαστική διάθεση. Τα συμβάντα που παρακολουθεί είναι ως το πλείστον εσωτερικά. Κι ακόμα κι όταν είναι εξωτερικά περιστατικά, έχουν μια συμβολική ή χρησιμεύουν σαν αφορμές για να καταδυθούμε στην ψυχή του Φον Ασσενμπαχ που συνταράσσεται μετά χρόνια ακινησίας μέσα στον καθωπρεπισμό και την ‘ανώτερη ηθική’, αρετές για τις οποίες έχει βραβευτεί, θαυμαστεί και καταξιωθεί.

Ο Φον Άσσενμπαχ συλλαμβάνει την ιδέα του ταξιδιού ξαφνικά, όταν σε ένα περίπατο, ένας άγνωστος που βγαίνει από ένα νεκροταφείο του  Μονάχου, δίνει στην ψυχή του το έναυσμα. Δεν επιλέγει τη Βενετία αλλά καταληγει σ’ αυτήν. Δεν είναι η πρώτη του φορά εκεί. Στο χρόνο της νουβέλας, συχνά επιχειρεί να φύγει γιατί η εύθραυστη υγεία του δεν αντέχει το υγρό κλίμα.

Μια επιδημία χολέρας ξεσπά στην πόλη κι οι αρχές κάνουν τα πάντα για να την αποκρύψουν. Ο Άσσενμπαχ το καταλαβαίνει, αλλά επιθυμεί να μείνει παρά τον κίνδυνο. Ακριβώς γιατί ο κίνδυνος διώχνει σιγά σιγά τον κόσμο και τον αφήνει πιο μόνο με το αντικείμενο του έρωτά του.

Δεν ανταλλάσει ποτέ ούτε μια κουβέντα με τον νεαρό μόνο βυθίζεται μοιραία στο πάθος του γι αυτόν, πάθος που όλο και βαθαίνει. Σ’ αυτό το βύθισμα διαλύεται ο πρότερος βίος του, οι δάφνες κι ο καθωσπρεπισμός. Σ’ αυτό το βύθισμα αναγνωρίζει ότι βρήκε για τι αξίζει κανείς να ζει. Κι όταν αυτό πια είναι ολοφάνερο στο πνεύμα του, όταν κυριαρχεί και δεσπόζει, τότε πεθαίνει. Άδοξα. Χωρίς να πραγματώσει τον πόθο του, χωρίς να δώσει υπόσταση στη ζωή του με βάση το νεοαποκτημένο της νόημα.

Η Βενετία καταπίνει τα θύματά της στην ίδια της τη φθορά, στην ίδια της τη λήθη.

Και πλέουν σαπισμένα κουφάρια μες τα νερά των καναλιών της προσμένοντας την ώρα που η πόλη θα τα αγγαλιάσει στο δικό της θάνατο.

 Σημ. Την ελληνική μετάφραση του Ίνδικτου δεν την εκτίμησα καθόλου. Πολλά νοηματικά κενά και γενική αφροντισιά. Αντίθετα το βιβλίο ήταν πολύ καλαίσθητο. Το εξώφυλλο είναι από πίνακα του Ντε Κίρικο.

Ο Καμύ για τα ελληνικά νησιά

Έχω μια συνήθεια να παρατηρώ τι λέγεται στην ξένη λογοτεχνία για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Διαβάζω την Πτώση του Καμύ αυτές τις μέρες και βρήκα την ακόλουθη ενδιαφέρουσα αναφορά.

Ο ήρωας του Καμύ βρίσκεται σε ένα πλοίο και διασχίζει με κάποιον άλλο την Ζαϊντερζέε στην Ολλανδία. Αφού σχολιάσει την μέσα στην ομίχλη θάλασσα εκεί ως ακίνητη, σχεδόν νεκρή, λέει:

Στο ελληνικό αρχιπέλαγος, είχα την αντίθετη εντύπωση. Εμφανίζονταν αδιάκοπα καινούργια νησιά στον ορίζοντα, ολόγυρά μας. Η άδεντρη ράχη τους διέγραφε τα όρια του ουρανού, η βραχώδης παραλία τους ξεχώριζε καθαρά πάνω στη θάλασσα. Καμιά πιθανή σύγχυση. Στο λαγαρό φως όλα ήταν σημεία αναφοράς του χώρου. Κι από το ένα νησί στο άλλο, πάνω στο μικρό μας καράβι που ωστόσο θαρρείς και σερνόταν, είχα την εντύπωση ότι αναπηδούσα, ασταμάτητα, μέρα νύχτα, πάνω στη ράχη των μικρών δροσερών κυμάτων, μ’ ένα καλπασμό όλο αφρούς και γέλια. Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μεσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα…

Ο Καμύ είχε επισκεφτεί την Ελλάδα δυο φορές: το Μάϊο του 1956 και τον Ιούνιο του 1958. Η Πτώση εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1956. Σίγουρα η αναφορά του είναι βιωματική. Δεν ξέρω αν έγραψε το βιβλίο στο μεσοδιάστημα πρώτης επίσκεψης – έκδοσης, το οποίο είναι πάρα πολύ μικρό, ή απλώς ήταν μια προσθήκη της τελευταίας στιγμής.

Το απόσπασμα και τις πληροφορίες τις πήρα από αυτήν την έκδοση.

Πίσω στην τρύπα μας

Μετά την ολιγοήμερη (όσες μέρες και να ‘ταν, λίγη ήταν!) ξεκούραση, άρχισε πάλι το καθημερινό μαγκάνι. Χαλαρά είναι η αλήθεια: οι δρόμοι άδειοι, τα τηλέφωνα λίγα έως καθόλου, οι καφέδες πολλοί έως πάρα πολλοί γιατί η νύστα απεριόριστα πολλή!

Καθώς ανέβαινα με το μετρό άνοιξα το καινούργιο βιβλίο για διάβασμα. Είναι η προσφιλής συνήθεια των τελευταίων μηνών: διάβασμα στο μετρό. Διασφαλίζει μισή ώρα ανάγνωσης τη μέρα, ικανή για να τελειώνουν βιβλιαράκια μεσαίου μεγέθους σε λογικό χρονικό διάστημα.
Το άνοιξα με δυσθυμία όμως. Όχι γιατί δεν είχα όρεξη για διάβασμα ή γιατί δεν μου αρέσει, αλλά γιατί μου λείπει το προηγούμενο το οποίο με συντρόφεψε στις διαδρομές μου κανένα μήνα περίπου.
Έχω μια σχεδόν μεταφυσική πίστη, ότι τα βιβλία που θα διαβάσει κανείς και θα ευχαριστηθεί δεν τα βρίσκει μόνος. Τον βρίσκουν. Είχα βάλει σκοπό να διαβάσω κάτι ελληνικό -τον Γιούγκερμαν– αλλά λόγω ενός μπερδέματος τον αγόρασα ξανά ενώ τον είχακι όταν πήγα να τον αλλάξω, έπεσα πάνω στον … Πρόσπερο.
Ή καλύτερα στη σπηλιά του, ή ακόμα καλύτερα στο κελί του: Στη Σπηλιά του Πρόσπερου όπως έχει αποδοθεί στα ελληνικά το Prospero’s Cell του Λώρενς Ντάρελ.
Με τη γρήγορη ανάγνωση του οπισθόφυλλου πήγε περίπατο η διάθεση για Γιούγκερμαν: αυτό το βιβλίο ήταν το συμπληρωματικό ανάγνωσμα του Κολοσσού του Μαρουσιού!
Γράφτηκε λίγο νωρίτερα από το δεύτερο αλλά συναντάς εκεί γνώριμους τόπους και πρόσωπα.
Το νησί του Πρόσπερου (της Τρικυμίας του Σαίξπηρ, ντε) είναι η Κέρκυρα, κατά την γοητευτική ερμηνεία του Κόμη Δ. , ερμηνεία που δίνει τον τίτλο σ΄αυτό το τόσο νοσταλγικό και με αγάπη γραμμένο βιβλίο του Ντάρελ.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Νεραντζιές

Σε μια πόλη δίχως αυλές και κήπους, δίχως αλλέες και δημόσια πάρκα, είναι δύσκολο να αντιληφθείς την άνοιξη.Ιστράτι - Καζαντζάκης
Σαν αντίσταση, σαν αντάρτικο πόλεων ενάντια στον ολοκληρωτισμό του τσιμέντου, παραμένουν ακόμα μερικές άταχτες ομάδες από νεραντζόδεντρα που επιδίδονται σε ιδιότυπους ακτιβισμούς. Παγιδεύουν το βλέμμα των ανύποπτων περαστικών με το λευκό των ανθών τους, επιτίθενται στα οσφρητικά αισθητήρια κι απαγάγουν τη σκέψη σε ένα ξεμυάλισμα. Ανάγνωση του υπολοίπου…

Εξ αφορμής

Ο φίλος mpampakis, πονηρώ τω τρόπω (με ένα pingback), μου έστειλε μια πρόσκληση γι άλλο ένα παιχνίδι, αυτό με τα επτά βιβλία.

Έχω δηλώσει όμως ότι δεν θέλω να συμμετάσχω σε άλλα τέτοια παιγνίδια και παρότι διατρέχω τον κίνδυνο να θεωρηθώ σπαστικός και αγενής απέναντι σ’ αυτόν που με προσκαλεί, λέω να εμμείνω στη θέση μου.

Η συγκεκριμένη πρόσκληση όμως, μ’ έβαλε σε μια τροχιά σκέψης που θα εκθέσω παρακάτω, γιατί τα βιβλία είναι το αγαπημένο θέμα του μπλογκ. Ανάγνωση του υπολοίπου…

Post Navigation