Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Περιστατικά”

Είσαι ό,τι πετάς

140485451_d6d5f8e7ef_o

Είναι νέα, όμορφη, εξεζητημένη.

Περπατάει με μεγάλες δρασκελιές σίγουρες.

Σίγουρη: Ότι την κοιτάνε.

Την κοιτάω.

Καθώς διασχίζει τα λίγα μέτρα που χωρίζουν το περίπτερο με μένα, ξετυλίγει τη σοκολάτα που αγόρασε. Μακριά απ΄αυτήν τα χαρτιά του περιτυλίγματος. Δεν της πρέπουν.

Πετάει το ένα.Δεξιά.

Δαγκώνει.

Πετάει το άλλο. Αριστερά.

Δαγκώνει.

Μου ρίχνει γρήγορη ματιά, σίγουρη ότι την θαυμάζω. Προσπερνάει.

Πετάει και το τελευταίο χαρτί.

Κάτω. Στο πεζοδρόμιο.

Κι απομακρύνεται τυλιγμένη την υπεροχή της.

«Είσαι, ό,τι πετάς», σκέφτομαι…

Η φωτογραφία είναι από τον dev null στο Flickr

Καβάφη, εδώ είναι οι βάρβαροι

Έλεγα να ξεκινήσω το 2008 με κάτι πιο αιθέριο αλλά δεν συναντάω στο δρόμο μου πολλά αιθέρια πράγματα ή πλάσματα. Αντίθετα συναντάω ερείπια, θύματα μια άγνωστης οργής ή αφροσύνης. Όπως το μπλε αυτοκίνητο της φωτογραφίας. Είναι, εκεί κάτω από τη γέφυρα του Καραϊσκάκη πάνω από 2 μήνες τώρα. Από τον τρόπο που είναι αφημένο εικάζω πως μάλλον για κλεμμένο πρόκειται. Κάποιος το παράτησε εκεί αφού το στραπατσάρισε λίγο πρώτα. Ως εδώ πουθενά η είδηση.

16112007207

Η είδηση αρχίζει από το πόσο παραμένει εκεί, σε σημείο που κάθε βδομάδα περνάνε όργανα της τάξης, λόγω του γηπέδου. Δεν είναι κάτι που μπορεί να μην παρατηρήσεις: ένα αμάξι παρκαρισμένο κάθετα. Ανέμενα λοιπόν ότι θα ήταν ζήτημα χρόνου να το μαζέψουν.

Πλανήθηκα πλάνην οικτράν. Όσο πέρναγαν οι μέρες γινόταν φανερό ότι ήταν στα αζήτητα. Δεν ξέρω που πάνε τα αζήτητα αυτοκίνητα. Πίσω στους ιδιοκτήτες τους θα ήταν μια καλή ιδέα, αλλά μάλλον δεν αφορά τον έννομη τάξη μας αυτό.

Η χαρακτηριστική άφεση του αυτοκινήτου στα χέρια της τύχης έγινε αντιληπτή σ’ αυτούς που η τύχη σημαίνει ευκαιρία. Στην προκειμένη περίπτωση η ευκαιρία δεν ήταν ευκαιρία κέρδους, αλλά ζημιάς. Γιατί τ’ αμάξι άρχισε σταδιακά να δείχνει όλο και πιο τρακαρισμένο απ’ ότι ήταν αρχικά: ένα φανάρι έπεσε, έαν τζάμι έσπασε, ένα φτερό βούλιαξε, ένα προφυλακτήρας ξηλώθηκε.

Στις καθημερινές μου διαδρομές παρακολουθούσα με μια μικρή αγανάκτηση αυτό το ρήμαγμα. Κι ίσως αν δεν μου θύμιζε κάτι στο οποίο είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος, ομολογώ πως μπορεί να το είχα αγνοήσει: το να επιτίθεσαι και να καταστρέφεις κάτι που δεν μπορεί να προβάλει αντίσταση μου φαίνεται το αρχέτυπο του bullying, η θρασυδειλία στο υπέρτατο, η ανέξοδη μαγκιά.

Πριν λίγες μέρες η ανέξοδη μαγκιά έφτασε στο αποκορύφωμά της. Μπροστά μου περπατάγαν τρεις έφηβοι. Ο τρίτος ήταν περίπου μισός σε ανάστημα από τους άλλους. Σε απόσταση λίγων βημάτων πίσω και δεξιά μας, οι πιτσιρικάδες αντιλαμβάνονται δυό κορίτσια. Ρίχνουν λαίμαργα βλέμματα, βγάζουν άναρθρες κραυγές αλλά δεν αλλάζουν πορεία. Οκ, ως εδώ. Τεστοστερόνη talking. Το ρημαγμένο αυτοκίνητο είναι πια μπροστά τους. Και τότε γίνεται κάτι που δεν πιστεύω στα μάτια μου ότι βλέπω. Ο μισή-μερίδας, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού κι επίδειξης, παίρνει φόρα, πατά πάνω στο παράθυρο που κανονικά θα έκλεινε το σπασμένο τζάμι( δεν φαίνεται στις φωτογραφίες), και βρίσκεται στην κορυφή του αυτοκινήτου όπου αρχίζει να πηδάει σαν μανιακός βουλιάζοντας την, άθικτη ως τότε, σκεπή περίπου μισό μέτρο. Καθώς παρακολουθώ αποσβολωμένος, ο ψηλός φίλος του πηδάει κι αυτός πάνω στο καπώ και με το βάρος του με μια το διαλύει.

Περήφανοι για το κατόρθωμά τους συνεχίζουν το δρόμο τους σαν να είχαν απλά σβήσει μια γόπα με το παπούτσι. Κι αφήνουν πίσω τους αυτό (η φωτό είναι φλού αλλά παίρνετε ιδέα):

15012008244

Το νούμερο του άτυχου αυτοκινήτου είναι ΥΖΟ 8782. Όποιος γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του ας τον ειδοποιήσει. Κι όποιος γνωρίζει τον Καβάφη ας του πει ότι δεν περιμένουμε πια τους βαρβάρους. Πότε θα ξεκουμπιστούν περιμένουμε.

Και δυο σκυλιά

Στη γειτονιά μου κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια δυο κλοσάρ. Ο ένας πιο παλιός στην περιοχή από τον άλλο, αλλά πιο νέος στην ηλικία. Αδύνατος, με σκαμμένο πρόσωπο όσο μπορούσες να διακρίνεις κάτω από τα άγρια γένια. Ζητιανεύει στο φανάρι σε ήπιο ανταγωνισμό με τον Άλη, τον Αιγύπτιο που καθαρίζει τζάμια. Συνήθως δεν ζητάει λεφτά αλλά τσιγάρα. Πάντως ότι λεφτά πιάνει, πάνε σε μπουκάλες κρασί ή σε φτωχικό κολλατσιό.

Αυτό το φτωχικό κολλατσιό τον έβλεπα τελευταία να μοιράζεται με τον άλλο, τον πιο παχύ, πιο ηλικιωμένο και πιο ξανθογένη, που είχε πάντα δυο μεγάλα σκυλιά μαζί, δεμένα με πρόχειρα λουριά.

Στις πρωινές διαδρομές για το μετρό, έπαιρνε το μάτι μου τους τέσσερις να κάθονται στο σκιερό πεζούλι του μικρού πάρκου, έχοντας μπροστά απλωμένα ψωμί, φέτα και καμιά κονσέρβα. Ά και κρασί, μην ξεχνιόμαστε. Αυτό που έκανε εντύπωση, ήταν ότι παρά το πρωινό της ώρας, φαίνονταν να γευματίζουν κανονικά. Κι όχι σιωπηλά. Γιατί μόνιμα τους συντρόφευε ένα μικρό τρανζιστοράκι, μικρή εύθυμη νότα και για τη δική μου διαδρομή.

Είχα τόσο συνηθίσει τις εικόνες τους, που τις θεωρούσα αναπόσπαστο κουλέρ λοκάλ της γειτονιάς. Φαίνεται όμως ότι αυτό το ‘τοπικό χρώμα’ έκρυβε ενοχλητικές ιδιότητες. Κι έτσι ήρθε σαν σοκ σήμερα η είδηση από τον θείο μου:

«Τον ξέρεις αυτόν τον Πολωνό με τα σκυλιά που ζητιάνευε στο σταθμό;»

«Πολωνός είναι; Ναι, τον έχω δει.»

«Ε, τον σκότωσαν»

«Τι λες; Ποιος να σκοτώσει ένα κλοσάρ και γιατί;»

«Ξέρω γώ; Τον βρήκαν πυροβολημένο, κι αυτόν και τα σκυλιά!»

Τα γοερά κλάμματα του μικρού τάραξαν την ησυχία του Κυριακάτικου μεσημεριού: «Πάρτε τον, από δω, σας λέω. Πάρτε τον! Πάρτε τον το Μίκυ!»

Μυστήριο!  Σε ποιο Μίκυ αναφερόταν;  Μπορεί ο γνωστός ήρωας  του Ντίσνευ να  προξενήσει τόσο τρομώδες παραλλήρημα;

Αρχίσαμε  τις υποθέσεις σαν καλοί  ντετέκτιβ:

-Ο Μίκυ είναι  κατοικίδιο. Μεγάλος σκύλος.

-Μπα. Άκουσες εσύ γαύγισμα; Εξάλλου , σ’ αυτήν την πολυκατοικία που απαρεύεται αυστηρά να έχεις κατοικίδιο  οι διπλανοί είναι από τους λίγους ‘νομοταγείς’. Εγώ νομίζω ότι πρόκειται για άλλο πιτσιρίκι.

-Μα το πάρτι θα αρχίσει το βραδάκι. Δεν μπορεί να έχει καλεσμένους από τώρα. Κάτι άλλο είναι.

-Κάποιος μεγάλος ίσως; Ο Μίκης Θοδωράκης;

-Μπα, αυτός προκαλεί τρόμο μόνο στους μεγάλους. Έχουμε πάρει λάθος δρόμο. Η εξήγηση είναι ψυχολογική: τα σημερινά παιδιά έχουν συνηθίσει τόσο στα θρίλερ, στα τρομακτικά κόμικ και βιντεοπαιχνίδια που εκλαμβάνουν ως τρομακτικό το αφελές και το αθώο.

-Κι εγώ λέω πως αυτή η ερμηνεία ταιριάζει στο Βέλτσο αλλά όχι στο Χρηστάκη. Ας κοιμηθούμε. Σταμάτησε άλλωστε. Άκουσα τον πατέρα του να του λέει πως έφυγε ο Μίκυ. Που πήγε άραγε;

Το βραδάκι, την ώρα που οι ομήγυρις στο διπλανό μπαλκόνι παιάνιζε το «Να ζήσεις Χρηστάκη, και Χρόνια Πολλά..» , χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Μια προαναγγελθείσα επίσκεψη συγγενικού προσώπου. Ανοίγοντας για να υποδεχτώ, καταύγασε το πνεύμα μου η φώτιση. Αυτό που έβλεπα εκεί στο βάθος ήταν η αιτία. Ανάγνωση του υπολοίπου…

Ήτανε τρεις!

Ήτανε τρεις! Κάτι σαν τρεις σωματοφύλακες. Αντί για σπαθιά είχαν ρακέτες. Ολοκαίνουργιες, ακριβές. Τις είχαν φέρει για επίδειξη -παρντόν- να παίξουν εννοούσα. Στην αυλή του σχολείου. Που όπως κάθε Σαββατοκύριακο και καθημερινές στις ώρες κοινής ησυχίας, γίνεται παιχνιδότοπος και το μυαλό μας κρανίου τόπος!

Τώρα ήταν μόνοι τους, πράγμα σπάνιο. Τους είχα αντιληφθεί από νωρίς από τον ήχο που έκανε το μπαλάκι. Διαφορετικό από της μπάλας ποδοσφαίρου. Πιο σικ.

Την ώρα που περνούσα να πάω στο μπακάλη (εχ, δεν μπορώ να ξεχάσω μερικούς όρους – σουπερμάρκετ εννοούσα) είχαν μαζευτεί στην άκρη της αυλής, πίσω από τα ψηλά κάγγελα. Ένα μικρότερο παιδί με την -προφανώς- αδελφούλα του περνούσε από την απέναντι μεριά του δρόμου. Το κλασικό αίτημα: «Θα μας πιάσεις το μπαλάκι;»

Αλλά χωρίς παρακάλια, χωρίς υποχρέωση. Διαταγή ήταν. «Το μπαλάκι ρεεε». Ο μικρός δεν το έβλεπε. Την ώρα ακριβώς που περνούσα δίπλα τους σχολίαζαν: «Το βλάμμένο», «Το μαλάκα», «Απέναντι ρεεεεεεεεεε», «Ισα ρε στραβούλιακαααα».

Αναρωτιέμαι πως θα μιλάνε στους υφισταμένους τους, στις δουλειές που θα κληρονομήσουν από τους μπαμπάδες τους όταν μεγαλώσουν…

Post Navigation