Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Δικά μου”

Άντε πάλι πεντάδες!

μετά από πρόσκληση της αλεπούς.

Αυτή τη φορά θα καταφύγω στην αυτόματη γραφή (Μπρετόν, τα σέβη μου!)

Μνήμη ελάφι,

που τρέχεις ασθμαίνοντας πίσω από την άμαξα του χρόνου

ξαπόστασε κάτω από το έλατο της λήθης

για να ‘ρθει ο άγιος ύπνος

να σου χαιδέψει το πρόσωπο

όταν κοιμάσαι και δεν φοβάσαι

το χέρι που αγαπάει…

 

Βαριέμαι τώρα να καλέσω άλλους. Θα το κάνω το βράδυ.

 

Παιδικό τραγουδάκι

Απ’ όλα τ΄ άστρα

Ενα μονάχα

Μιλάει σε μένα

Δεν είν’ δικό μου

Κι όμως δεν έχω

Άλλο κανένα

 

Απ’ όλα τ’ άστρα

Σ’ ένα μονάχα

Εγώ ανήκω

Δεν τόχω νοιώσει

Μα μ’ έχει δέσει

Απ΄ένα κρίκο

 

Απ’ όλα τ’ άστρα

 Ένα μονάχα

Κοιτάει εμένα

Κι εγώ σε λίγο

Πανιά ανοίγω

Γι αυτό το ένα

 

Προσοχή: Ακολουθεί μολυσματικό ποίημα!

Αυτό που νοιώθω
Είναι μια μυίγα
Που τσιγκλάει τα μπράτσα μου και τις κνήμες
Να την σταματήσω προσπαθώ
Με κείνο το χαστούκι που καταλήγει
σε σπλατς και θάνατο

 Αυτό που νοιώθω
Είναι ένα κουνούπι
Που μεθά με το αίμα μου
Που ζαλίζει τ’ αυτί μου
Τις νυχτερινές ώρες
Τις δύσκολες

 Αυτό που νοιώθω
Είναι ένας ψύλλος αθέατος
Που κάνει γεωτρήσεις στο δέρμα μου
Ν’ αρδεύσει απρόσμενη ηδονή
Μες τον κνησμό μου τον ερεθισμένο

 Αυτό που νοιώθω
Είναι πεταλούδα
Που με αλυσοδένει
Στην μοιραία πτήση της
Στο γλόμπο τον υπερλαμπρο
Τον τελευταίο

Κέφια

Σαν έρχεται στο κέφι ο Θεός, τον πιάνει και χορεύει. Κι επειδή είναι μόνος, δίχως ταίρι, δεν γυροφέρνει σε κούμπιες, φλαμέγκο ή ταγκό, παρά μονάχα σ’ ένα ζεϊμπέκικο, βαρύ σαν την αιωνιότητα.

Βάζει αγγελάκια να του χτυπάνε παλαμάκια και δίνει μπαγλαμάδες στους αρχάγγελους που ξέρουν τις καλύτερες πενιές. Κι αρχίζει τις γυροβολιές και τ’ άπειρά του σάλτα. Βροντοχτυπάει τα πόδια στο στερέωμα κι ύστερα από ένα άλμα θεϊκό, πέφτει στο ένα γόνατο και με το θεόβαρύ του χέρι χτυπάει το πάτωμα που εμείς λέμε ουρανό. Κι είναι τέτοιο το χτύπημα που ξεκολλάνε οι σοβάδες των συννέφων και γίνονται μετέωρα και πέφτουνε στη θάλασσα αχνιστά, με παφλασμό, κι αναπηδάνε σε νησί, κι όλα μαζί σου φτιάχνουνε Αιγαίο.

 

Κάθομαι δω, πάνω σ’ ένα κομμάτι σκόνη,που σιγοβουλιάζει στους αιώνες, σβήνοντας το θεϊκό σεβντά μες σε νερό αλμυρό, γλαυκό κι απέραντο.

 

Δεν θα προλάβω να δω το μπλουμ το τελευταίο, τις φυσαλίδες, τον αφρό και την μετά την λάμψη, γιατί αλλού θα έχει ταξιδέψει η σκόνη μου, σε άλλη σκόνη.

Αλλά να το κοιτώ, να το νογάω, να το νοιάζομαι, είναι η δική μου η γυροβολιά και το δικό μου κέφι…

Σαν γλάρος

“Αξίζει;” σκέφτεται ο γλάρος καθώς μετεωρίζεται χίλιες φτερουγισιές πάνω από το γαλανό, χίλιες φτερουγισιές πέρα από το βράχο.
“Αξίζει αυτή η ζωή ή να συνεχίσω ν’ ανεβαίνω τώρα που το ρεύμα είναι ευνοϊκό; Να συνεχίσω ν’ ανεβαίνω μέχρι να γίνω σύννεφο κι ύστερα κομμάτι φεγγάρι κι ύστερα άστρο κι ύστερα σκοτεινό νεφέλωμα…”

Μα το μάτι του πιάνει ένα γυάλισμα από τυχαίο άτυχο ψάρι που αγνοεί τον εκ των άνω θάνατο.

Μαζεύει τα φτερά, δε σκέφτεται, βουτάει, το ραμφίζει.

Τέλος ζωής. Τέλος της πιο ψηλής του σκέψης.

Η επιβίωση.

Post Navigation