Χαρτοπόντικας

Γραφές κι αναγνώσεις

Archive for the category “Μεταφράσεις μου”

Κίτρινοι Έρωτες 1

Έχω ξεκινήσει μια σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια να μεταφράσω έμμετρα τους Κίτρινους Έρωτες του Τριστάν Κορμπιέρ για τον οποίο είχα γράψει εδώ. Το μόνο που έχω καταφέρει να φέρω σε πέρας ως τώρα είναι το πρώτο ποίημα. Το παραθέτω για να ακούσω κριτικά σχόλια και προτάσεις από τους γαλλομαθείς γιατί η γλώσσα του είναι πραγματικά δύσκολη.

Το ποίημα που ανοίγει τους «Κίτρινους Έρωτες» έχει σαν πρότυπο το πρώτο ποίημα του Lafontaine, La Cigale et la Fourmi. Ακολουθεί δε πιστά την μετρική, την ομοιοκαταληξία και τη δομή του.
Στο ποίημα του Lafontaine το τζιτζίκι επισκέπτεται το μυρμήγκι για να ζητήσει φαϊ επειδή έχει μπει ο χειμώνας, και το μυρμήγκι το αποδιώχνει. Εδώ,ο ποιητής εν είδει τζιτζικιού, ζητά από την γειτόνισά του να δανείσει το όνομά της για να το δώσει στη Μούσα του που στερείται ονόματος. Σε αντίθεση με το μυρμήγκι του Lafontaine, η γειτόνισσα είναι γενναιόδωρη και του χαρίζει πρόθυμα το όνομά της. Τελικά, δηλαδή η γειτόνισσα αποβαίνει η Μούσα του ποιητή.

Διαβάζοντάς το μόνο του, δεν σχηματίζει κανείς άποψη για την αξία του. Είναι η εισαγωγή στους Κίτρινους Έρωτες και πολλά απ’ όσα λέει θα γίνουν τα κύρια θέματα μετά.
Πρέπει να σημειωθεί δε ότι οι Κίτρινοι Έρωτες κλείνουν με μια ακόμα παραλλαγή του Lafontaine, το La Cigale et le poète.
Α, και μια μικρή λεπτομέρεια: γαλλικά μαθαίνω τώρα 😀

LE POÈTE ET LA CIGALE

Un poète ayant rimé,
IMPRIMÉ
Vit sa Muse dépourvue
De marraine, et presque nue:
Pas le plus petit morceau
De vers … ou de vermisseau.
Il alla crier famine
Chez une blonde voisine,
La priant de lui prêter
Son petit nom pour rimer.
(C’était une rime en elle)
—Oh! je vous paîrai, Marcelle,
Avant l’août, foi d’animal!
Intérêt et principal.—
La voisine est très prêteuse,
C’est son plus joli défaut:
—Quoi: c’est tout ce qu’il vous faut?
Votre Muse est bien heureuse….
Nuit et jour, à tout venant,
Rimez mon nom…. Qu’il vous plaise!
Et moi j’en serai fort aise.
Voyons: chantez maintenant

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ

Ριμαδόρος ποιητής
Και προσφάτως εκδοθείς
Τη δική του είδε Μούσα
Δίχως όνομα και λούσα:
Ούτε τόσο κομματάκι
Από στίχο ή … στιχάκι.
Πάει, στην ξανθιά γειτόνισσα
Και φωνάζει ‘λιμοκτόνησα’.
Της ζητά να του δανείσει
Τ’ όνομα, να στιχουργήσει
(ίδια στίχος η κοπέλα)
-Θα πληρώσω,ω, Μαρκέλα.
Αύγουστος πριν μπει θα δώκω,
Και κεφάλαιο και τόκο-
Η ξανθιά ’ναι γαλαντόμα,
Το ψεγάδι που στολίζει:
-Τι; Μόνο αυτό σ’ αξίζει;
Είν’ η Μούσα σου ευτυχής…
Τ’ όνομά μου νύχτα μέρα
Ρίμαρε καθώς ποθείς!
Κόπος δεν μου ‘ναι κανείς
Εμπρός: τραγούδα τώρα

Advertisements

Ο ύμνος του ανώνυμου ιστολόγου

Δια χειρός Έμιλυ Ντίκινσον (Μάρτης του 1891)…

I’ am Nobody! Who are you?

Are you -Nobody-too?

Then there is a pair of us!

Don’t tell! they’d banish us you know!

 

How dreary-to be- Somebody!

How public -like a Frog-

To tell your name- the livelong June-

To an admiring Bog!

Και μια ελεύθερη μετάφραση:

Είμαι Κανείς! Εσείς;

Κανείς κι εσείς επίσης;

Είμαστε δυό λοιπόν!

Μην πεις! αν θες να μη μας εξορίσεις!

 

 

 

To Κάποιος να ‘σαι πληκτικό!

Κοινότoπο Βατράχι

Συστήνεται – Ιούνιο καιρό

Του Βούρκου τη λατρεία μόνο να ‘χει!

Μόνος στο (στοιχειωμένο) σπίτι

Προς έκπληξίν μου αρέσει σε καμπόσους η παλιά ποίηση. Ετσι μου φάνηκε από τα σχόλια στα ποστ για τον Λονγκφέλλοου και τον Πόε. Παίρνω θάρρος λοιπόν να ανεβάσω ένα ακόμα ποίημα σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση (προσπάθεια απόδοσης κάπως της μουσικότητας του πρωτοτύπου). Ελπίζω να το απολαύσετε παρά τη σκοτεινιά του.

Alone

του

Edgar Allan Poe.


Alone


From childhood’s hour I have not been
As others were; I have not seen
As others saw; I could not bring
My passions from a common spring.
From the same source I have not taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone;
And all I loved, I loved alone.
Then- in my childhood, in the dawn
Of a most stormy life- was drawn
From every depth of good and ill
The mystery which binds me still:
From the torrent, or the fountain,
From the red cliff of the mountain,
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky
As it passed me flying by,
From the thunder and the storm,
And the cloud that took the form
(When the rest of Heaven was blue)
Of a demon in my view.


ΜΟΝΟΣ


Από τα χρόνια μου τα παιδικά δεν ήμουνα
όπως κι οι άλλοι – δεν έχω δει
ότι κι οι άλλοι – δεν άντλησα
τα πάθη μου από κοινή πηγή.
Την λύπη μου δεν έβγαλα από
την ίδια βρύση, και στην καρδιά
ίδιου σκοπού δεν ξύπνησα χαρά.
Κι όσα αγάπησα, μόνος τ’αγάπησα.
Τότε, στα παιδικάτα μου– αυγή
ζωής ανταριασμένης- από του καλού
το βάθος ή κακού,
ξεπήδησε
ετούτο το μυστήριο που με δένει:
Από χείμαρρο ή πηγή
Από βουνού πλαγιά κοκκινωπή,
Απο τον ήλιο που ένα γύρω μου γυρίζει
στην χρυσαφένια του φθινόπωρου βαφή-
Απ’ τ’ ουρανού την αστραπή
που βιαστική να πέρασε την είδα-
Από βροντή και καταιγίδα,
Από το σύννεφο που πήρε όψη
(Ο Ουρανός γαλαζωπός σαν έμενε ο λοιπός)
ενός δαιμόνου με μορφή δική μου .

Καλωσορίζοντας τ’ απόβραδο

 

Τα βράδυα, και δη τα χειμωνιάτικα όπως το σημερινό, δεν θες μόνο να τρυπώσεις στο σπίτι σου για ζέστη και χουχούλιασμα. Θες να τρυπώσεις κάπου πιο βαθειά και πιο ήσυχα, να βρεις τη θαλπωρή μιας απαλής φωτιάς ή καρδιάς…
Παλιομοδίτικα καθώς είναι τα γούστα μου, συνδιασμένα με την επιδίωξη αυτή, βρήκαν απόηχο στο παρακάτω ποίημα, το οποίο μετέφρασα βιαστικά για όσους δυσκολεύονται με τα αγγλικά.


Henry Wadsworth Longfellow (1807-1882)

 

The Day is Done

The day is done, and the darkness
Falls from the wings of Night,
As a feather is wafted downward
From an eagle in his flight.I see the lights of the village
Gleam through the rain and the mist,
And a feeling of sadness comes o’er me
That my soul cannot resist:A feeling of sadness and longing,
That is not akin to pain,
And resembles sorrow only
As the mist resembles the rain.

Come, read to me some poem,
Some simple and heartfelt lay,
Τhat shall soothe this restless feeling,
And banish the thoughts of day.

Not from the grand old masters,
Νot from the bards sublime,
Whose distant footsteps echo
Through the corridors of Time.

For, like strains of martial music,
Their mighty thoughts suggest
Life’s endless toil and endeavor;
And to-night I long for rest.

Read from some humbler poet,
Whose songs gushed from his heart,
As showers from the clouds of summer,
Or tears from the eyelids start;

Who, through long days of labor,
And nights devoid of ease,
Still heard in his soul the music
Of wonderful melodies.

Such songs have power to quiet
Τhe restless pulse of care,
And come like the benediction
That follows after prayer.

Then read from the treasured volume
The poem of thy choice,
And lend to the rhyme of the poet
Τhe beauty of thy voice.

And the night shall be filled with music,
And the cares, that infest the day,
Shall fold their tents, like the Arabs,
And as silently steal away.

Τέλειωσε η μέρα, και το σκοτάδι
Πέφτει από της Νύχτας τα φτερά
Σαν πούπουλο που ξέφυγε
Από του Αετού την πτήσηΒλέπω τα φώτα του χωριού
Nα λάμπουν στην βροχή και την ομίχλη
Kι αίσθημα λύπης με κυριεύει
Που η ψυχή μου δεν μπορεί να αποκρούσει:Αίσθημα λύπης και προσμονής
Όχι συγγγενικό με πόνο,
Με θλίψη μοιάζει μόνο
Όπως το πούσι της βροχής.

Έλα,απάγγειλε μου ένα ποίημα
Κάποιο απλό και καρδιακό τραγούδι,
Το αίσθημα το ανήσυχο να απαλύνει
Και σκέψεις της ημέρας ν’ αφανίσει.

Όχι από τους παλίους μεγάλους τους δασκάλους
Όχι από τους βάρδους τους εξαίσιους,
Που απόμακρα τα βήματά τους
Στους διάδρομους του Χρόνου αντηχούν.

Γιατί, σαν μουσικής πολεμικής σκοποί,
Οι δυνατές τους σκέψεις υποβάλουν
Του βίου την προσπάθεια και τον ατέρμονο μόχθο.
Κι εγώ ποθώ, το βράδυ αυτό, μόνο να αναπαυθώ.

Διάβασε από ποιητή πιο ταπεινό
Που πνέουν τα τραγούδια απ’ την καρδιά του
Όπως οι μπόρες από του θέρους σύννεφα
Ή τα δάκρυα από τις βλεφαρίδες ξεκινούν.

Που μεσα από μακριές μέρες μόχθου
Κι άδειες από ανάπαυση νύχτες
Ακόμα στην ψυχή τη μουσική άκουγε
Από θεσπέσιες μελωδίες

Τέτοια τραγούδια δύναμη έχουν να ησυχάζουν
Της έγνοιας τον ανήσυχο παλμό
Κι έρχονται σαν την ευλογία
Που ακολουθεί την προσευχή

Διάβασε τότε από τον αγαπημένο τόμο
Το ποίημα της επιλογής σου
Και δάνεισε στο ρυθμό του ποιητή
Την ομορφάδα της φωνής σου

Κι η νύχτα θα γεμίσει μουσική
Και οι έγνοιες που μας μολύνουνσε τη μέρα
Σαν βεδουϊνοι θα μαζέψουν τις σκηνές
Κι ήσυχα θ’ απομακρυνθούνε.

Ο Πόε στη Ζάκυνθο

Καθώς ξεφύλιζα τα άπαντα του Εντγκαρ Άλλαν Πόε, ανακάλυψα τούτο το μικρό ποίημα του 1837, το αφιερωμένο στο Τζάντε. Στη Ζάκυνθο!

Διαβάζοντάς το η έκπληξή μου ήταν διπλή: αναφέρεται σε ένα ελληνικό νησί όχι απ’ αυτά που συχνά αναφέρονται στη δύση λόγω αρχαιολατρείας, χρησιμοποιεί το Βενετσιάνικο όνομα κι όχι το αρχαίο ελληνικό, και το συνδέει με το γνωστό του θέμα της πεθαμένης κόρης. Αναρωτιέμαι τι ήξερε για την Ελλάδα του τότε που μόλις είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της και τι -αν κάτι- ήξερε για το Σολωμό. Κι επίσης γιατί τοποθετεί την χαμένη αγαπημένη του εκεί. Έψαξα λίγο στο ιντερνετ αλλα δεν βρήκα κάτι. Διαφωτιστές ευπρόσδεκτοι!

TO ZANTE

 

FAIR isle, that from the fairest of all flowers,
Thy gentlest of all gentle names dost take
How many memories of what radiant hours
At sight of thee and thine at once awake!
How many scenes of what departed bliss!
How many thoughts of what entombed hopes!
How many visions of a maiden that is
No more – no more upon thy verdant slopes!
No more! alas, that magical sad sound
Transfomring all! Thy charms shall please no more
Thy memory no more! Accursed ground
Henceforth I hold thy flower-enamelled shore,
O hyacinthine isle! O purple Zante!
«Isola d’oro! Fior di Levante!»

 

 

Το μεταφράζω πρόχειρα εδώ (και την ιταλική φράση στο τέλος):

ΣΤΟ ΤΖΑΝΤΕ

Όμορφο νησί , που από τ’ ωραιότερο λουλούδι
το ευγενικώτερο από τα ευγενή ονόματα παίρνεις!
Πόσες πολλές μνήμες από πόσες ακτινοβόλες ώρες
ξυπνούν με μιας στη θέα σου κι ότι δικού σου!
Πόσες σκηνές ευδαιμονίας που έφυγε!
Πόσες σκέψεις από θαμμένες ελπίδες!
Πόσα οράματα μιας κόρης που δεν υπάρχει πια
– που πια δε βρίσκεται πάνω στις θαλερές πλαγιές σου!
Όχι πια! αλοίμονο, τι θλιμμένος μαγικός ήχος
τα μεταμορφώνει όλα! Οι χάρες σου πια δεν ευχαριστούν!
Ούτε κι η μνήμη πια! Καταραμένο χώμα πλέον
θα θεωρώ το λουλουδοστόλιστό σου ακρογιάλι,
Ω νησί του υάκινθου! Πορφυρό Τζάντε,
«Χρυσό νησί! Άνθος του Λεβάντε!»

Post Navigation