Dies Irae

O Βαν ντεν Μπουντενμάγιερ είναι ένα Ολλανδός συνθέτης του 18ου αιώνα με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: δεν υπάρχει. Είναι αποκύημα της φαντασίας του διδύμου Κριστόφ Κισλόφσκι και Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ. Του σκηνοθέτη δηλαδή της κινηματογραφικής τριλογίας Μπλέ, Άσπρη, Κόκκινη και του συνθέτη που την έντυσε με μουσική.

Παρότι είχα δει την τριλογία πριν πολλά χρόνια, δεν είχα προσέξει (ή δεν θυμάμαι πλέον) τις σχετικές αναφορές. Υποτίθεται ότι κάποια από τα κομμάτια του Πράισνερ που ακούγονται στις ταινίες αποδίδονται σεναριακά στον Βαν ντεν Μπουντενμάγιερ.

Ο Κισλόφσκι κι ο Πράισνερ πέραν από συνεργάτες ήταν και φίλοι. Και μάλλον στενοί. Γι αυτό μετά το θάνατο του πρώτου, ο δεύτερος του αφιέρωσε ένα μεγάλο έργο του, το πρώτο μεγάλο μη κινηματογραφικό που είχε γράψει, ένα Ρέκβιεμ.

Το Ρέκβιεμ είναι αυτό που θα λέγαμε ελληνικά, η νεκρώσιμη ακολουθία. Η διαφορά είναι ότι στην καθολική εκκλησία το Ρέκβιεμ είναι λειτουργία, δηλαδή περιλαμβάνει κοινωνία, που είναι το κύριο μυστήριο της χριστιανικής λατρείας, ενώ στην Ορθόδοξη εκκλησία είναι μια σειρά ευχών για την ανάπαυση του εκλιπόντος και δεν έχει το αντίστοιχο «βάρος».

Ο Πράισνερ που είναι αυτοδίδακτος μουσικός, Πολωνός ων, έχει εμφανώς επηρεαστεί, εμποτιστεί θα έλεγα, από την καθολική παράδοση και τη θρησκευτική μουσική. Και το Ρέκβιεμ του έχει όλα τα τυπικά στάδια της αντίστοιχης καθολικής λειτουργίας.

Ένα απ’ αυτά είναι το Dies Irae, που οι φτωχές γνώσεις στα λατινικά που μου άφησε η παρακολούθηση κλασσικού λυκείου, μου επιτρέπουν να μεταφράζω χωρίς ν’ ανατρέχω σε λεξικά (ή google) σε Μέρα οργής.

Αναφέρεται στη μέρα της κρίσης που είναι μέρα οργής για τους αμαρτωλούς προφανώς. Κι έχει αυτό το χαρακτήρα του εκφοβισμού των πιστών, με απώτερο σκοπό τη μετάνοια.

Το Dies Irae του Ρέκβιεμ για ένα φίλο είναι ένα εκπληκτικό κομμάτι. Πιστό στην κλασσική παράδοση αλλά και με στοιχεία που το κάνουν προσιτό σε άλλα κοινά. Το άκουσα χτες στο κλείσιμο του επεισοδίου του Crown για τον γάμο της πριγκίπισσας Μαργαρίτας (S2E7) με τον φωτογράφο Άντονυ Άρμστρονγκ-Τζόουνς. Ακούγεται με τους τίτλους του τέλους και είναι σκηνοθετική ειρωνεία και σχόλιο για το γάμο καθώς αντί για κάποιο γαμήλιο εμβατήριο ακούμε μουσική για νεκρούς.

Das Boot

Χτες ειδα αυτή την παλιά γερμανική ταινία (1981). Δείχνει τη ζωή σ’ ένα γερμανικό υποβρύχιο κατα τον II Παγκόσμιο. Η ταινία καλύπτει το διάστημα από τον απόπλου μέχρι τη δραματική επιστροφή του υποβρυχίου στη βάση του.Η βάση του, δε, είναι η La Rochelle στην κεντροδυτική Γαλλία, που τυχαίνει να έχω επισκέφτει αλλά αγνοούσα ότι ήταν ένα από τα κυρία ορμητήρια των U-boatsΟι ήρωες παρουσιάζονται σαν πατριώτες μεν αλλά με όχι και τόσο σέβας στο ναζισμο και τον Χιτλερ. Η όλη γοητεία της ταινίας είναι αυτή η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του υποβρυχίου που διαλύει και το σώμα και την ψυχή. Και βέβαια -no spoilers- υπάρχει μια μεγάλη τραγική ειρωνία στο τέλος. Για όσους τους ενδιαφέρει η ιστορία και το θέμα, συνίσταται. Ειδικά αν ψάχνουν μια ταινία για Σαββατόβραδο 😉

Fa yeung nin wa

Fa yeung nin wa.
In the mood for love.
Ερωτική επιθυμία.

Ονόματα γι αυτό που μένει ανεκπλήρωτο. Που έγινε εικόνα εμβληματική. Ταινία. Ή όνειρο.
Μια γυναίκα, με λαιμό σφιχτά κλεισμένο σε αυστηρά κομψούς γιακάδες. Ένας άνδρας, πιο ισχνός από τη γραβάττα του, πιο φευγαλέος από τον καπνό του τσιγάρου του. Γυαλισμένοι κι οι δύο. Άψογοι. Ανέγγιχτοι. Σε μια βρώμικη πόλη. Σκοτεινή και νυχτερινή ακόμα και τη μέρα.

Μένουν μακρυά ο ένας από τον άλλο ποθώντας και διστάζοντας. Κι η ευκαιρία χάνεται. Αργότερα χάνεται κι από τη μνήμη. Και μένει μόνο ένα μυστικό. Κρυμμένο. Ψιθυρισμένο στην κουφάλα ενός δέντρου ή σε μια τρύπα κίονα στον Ανκορ Βατ.

Τι θα ακούγαμε αν μπαίναμε σ’ αυτό το δέντρο; Τι παλμός θα μας διαπερνούσε από το μυστικό της κολώνας;
Όπως ερχόμουνα πίσω με το τραίνο με χτύπησε σα τη ζέστη. Αυτή η ανάποδη εικόνα. Να μην είσαι αυτός που λέει το μυστικό αλλά το δέντρο που τ’ ακούει.

Κι αληθινά σα δέντρο νοιώθω, περιδιαβαίνοντας την μπλογκόσφαιρα, όπου χιλιάδες μικρά στόματα ψελίζουν το δικό τους μυστικό. Ένας γαλαξίας μυστικών ανεκπλήρωτων…

Υπέρλαμπρο Άστρο

Δεν έχω πρόθεση να γράψω για τους καινοφανείς (nova) και υπερ-καινοφανείς (super nova) αστέρες σήμερα, παρότι σ’ αυτούς θα ταίριαζε ο τίτλος.

Η Ελλάδα της δικτατορίας των Συνταγματαρχών τον είχε αποδώσει αλλού: στο μιούζικαλ – ταινία του Norman Jewison «Jesus Christ Superstar».

To 1973(*), αν δεν κάνω λάθος, είχε δημιουργηθεί ένας σχετικός σάλος από την επικείμενη προβολή της ταινίας. Ο Παττακός αυτοπροσώπως πήγε να την δει για να είναι βέβαιος ότι δεν θα ‘μολύνει’ το έθνος με αντιχριστιανικά κηρύγματα. Η ποπ/ροκ νεολαία της εποχής ανέμενε το έργο σαν μάννα εξ ουρανού. Ανάμεσα σ’ αυτούς κι ένας πιτσιρικάς, νεοφώτιστος στη ‘γιεγιέδικη’ μουσική: εγώ.

Το έργο κρίθηκε κατάλληλο για τους ανήλικους κι έτσι μπορούσα να το δω, όπως κι η μικρότερη αδελφή μου. Το θέμα ήταν ποιoς από τους γονείς θα επεδείκνυε το κουράγιο να υποστεί επί δίωρον την ροκ μυσταγωγία. Προθυμία μηδέν!

«Χριστέ μου κάνε το θαύμα σου να ‘ρθω στη συναυλία σου! «

Κι άγγελος Κυρίου με μορφή ξαδέλφου της μητρός, επροθυμοποιήθει να μας συνοδεύσει στο extreme θέαμα.

Η μάνα μας έντυσε τα ‘καλά’ μας.

Επεξήγηση: 'καλά' στην εποχή της καμπάνας, των λουλουδάτων πουκάμισων και των ψηλών τακουνιών, δεν μπορούσε να είναι τα συνηθισμένα κουστουμάκια του κατηχητικού. Γι αυτό το λόγο, η μήτηρ είχε φροντίσει να μου ράψει η ίδια -καθότι το κατείχε το άθλημα- ένα μοδέρνο κουστουμάκι, γκρι χρώματος.

Είχαμε διαπραγματευθεί εις μάκρος το μάκρος της καμπάνας, καθώς εμένα τότε το διπλάσιο του μήκους του παπουτσιού μου φαινόταν τουλάχιστον μικροσκοπικό. Είχαμε τελικά συμβιβαστεί σε ένα μέγεθος που θα μπορούσε άνετα να κρύψει το σκυλάκι μας -αν είχαμε- μέσα.

Αντί για σακκάκι δε, υπήρχε μπουφάν. Μπουφανάκι σωστά. Φερμουάρ με πλαστικό κρίκο, τσέπες στο στήθος, δεξιά κι αριστερά, και μυτερό γιακά!

Την καθορισμένη μέρα, στο κατάμεστο Αττικόν, η αδελφή μου κι εγώ παρακολουθήσαμε με θρησκευτική ευλάβεια την ροκ λειτουργία, κοινωνήσαμε πορτοκαλάδα με πατατάκια στο διάλειμα και φύγαμε βαπτισμένοι στη χίππικη ιδεολογία που απέπνεε η αισθητική του έργου. Για τα δεδομένα της ηλικίας και της εποχής, το να συμπαθείς τους χίππυς ίσως και να ήταν αντίσταση.

Τις προάλλες πηγαίνοντας προς τη δουλειά έπεσα πάνω σ’ αυτή την αφίσσα:

jesuschristsuperstar.jpg

Το (ξανα) ανέβασμα του μιούσικαλ στο Μπάντμιντον Θήατερ συνεχίζει να δημιουργεί αντιδράσεις 35 χρόνια μετά. Τις τότε τις θυμάμαι ως γραφικές, τις σημερινές τις αντιλαμβάνομαι απλώς ως γελοίες…

Update: Μόλις διάβασα και το ποστ της συμμαθήτριας με την εμπεριστατωμένη περιγραφή της παράστασης του Μπάντμιντον, τόσο εμπεριστατωμένη που μόνο το νούμερο του σλίπ του πρωταγωνιστή δε μας λέει 🙂

(*) Το άρθρο του σημερινού Κ τηςΚυριακάτικης Καθημερινής λέει ότι αρχικά είχε απαγορευτεί κι ότι επετράπη η προβολή το 1974, αρκετούς μήνες μετά. Μπορεί. Εγώ τα λέω όπως τα θυμάμαι.

H Αριστερά στη Δύση της κι η Αριστερά της Δύσης

Ο φίλος Βασίλειος σε μια δικτυακή κουβέντα γύρω από ένα ποστ μου στο metablogging μου για ένα φιλμ που πήρε Όσκαρ και τώρα διατίθεται με άδεια Creative Commons, μου είπε για ένα άλλο φίλμ-ντοκυμαντέρ που επίσης μπορεί να παρακολουθήσει κανείς στο διαδίκτυο. Πρόκειται για το εξαιρετικό «The Corporation».

Το ντοκυμαντέρ εξετάζει τον θεσμό της Εταιρείας (δεν ξέρω άλλο όρο για να μεταφράσω το corporation) από την γέννησή του στην Αμερική του 19ου αιώνα, ως την καταλυτική δράση του στην μεταμόρφωση και άλωση της σημερινής κοινωνίας.

Το καναδέζικο φιλμ όμως δεν μου κίνησε το ενδιαφέρον για το περιεχόμενό του μόνο. Αλλά γιατί πλάι στο λόγο του Τσόμσκυ, και τις ταινίες του Μαϊκλ Μούρ, συνθέτουν την εικόνα μιας διαφορετικής αριστεράς, μιας αριστεράς της Δύσης, και μάλιστα της Μητρόπολης του καπιταλισμού, που παρά το περιθωριακό της, είναι όμως αριστερά του σήμερα, μιλάει για τα προβλήματα του σήμερα με όρους του σήμερα. Κι ακόμα κι αν δεν μπορεί να προτείνει αξιόπιστες λύσεις, ή ακόμα αν δεν έχει παντού δίκιο, διαδίδει τουλάχιστον ένα προβληματισμό που μπορεί να γίνει συντελεστής στις εξελίξεις.

Παρότι δεν έχω γράψει ποτέ για πολιτικά θέματα, ένοιωσα την ανάγκη να το κάνω τώρα ίσως γιατί κάπου βαθειά μέσα μου η ελπίδα θέλει να ξυπνήσει. Η ελπίδα που ένας αιώνας (αν)ύπαρκτου σοσιαλισμού παγκόσμια και 30 χρόνια ξύλινου εγχώριου αριστερού λόγου, κοίμισαν βαθύτατα. Τι κοίμισαν; Μιλάμε για κατατονικό κώμα!

Δείτε το  «The Corporation», και πείτε μου αν έχω δίκιο. Εδώ το πρώτο από τα 23 μέρη του:

Κι εδώ το σύνολο του φίλμ.